Απόστολος Θηβαίος | Το πρόσχημα

© Vivian Maier

Σκετς με δυο χαρακτήρες και
ένα γαλάζιο πρωινό

 

Περαστικός: Δώστε μου μα φυλλάδα, γρήγορα παρακαλώ, θα χάσω το λεωφορείο, γρήγορα!

Εφημεριδοπώλης: Ποια θέλετε;

Περαστικός: Μα σας είπα! Όποια να΄ναι, δεν σας λείπουν άλλωστε, κύριε. (ειρωνικά)

Εφημεριδοπώλης: Ναι, αλλά ποια ακριβώς;

Περαστικός: Έχει σημασία, αλήθεια;

Εφημεριδοπώλης: Εσείς τι λέτε;

Περαστικός: Μα εσείς βρεθήκατε στον δρόμο μου για να με εκνευρίσετε. Μια εφημερίδα, αυτό μόνο θέλω, την πρώτη που θα πιάσετε. Δύσκολο;

Εφημεριδοπώλης: Καθόλου. Ορίστε.

(ο άνδρας πληρώνει το αντίτιμο. Κάνει να φύγει αλλά ο γέρος τον σταματά.)

 Εφημεριδοπώλης: Δεν κάνατε καλά που πήρατε αυτήν.

Περαστικός: Μα εσείς μου τη δώσατε, καλέ μου άνθρωπε.

Εφημεριδοπώλης: Επειδή μου το ζητήσατε επισταμένως. Και ο πελάτης στην δουλειά μας, όπως καταλαβαίνετε, είναι το α και το ω.

Περαστικός: Ωραία, λοιπόν, ας υποθέσουμε ότι το λεωφορείο δεν χάθηκε και πως έχω λίγο χρόνο για να ξοδέψω. Λοιπόν, (συνωμοτικά) τι τρέχει με την εφημερίδα;    

(Στο μεταξύ τριγύρω συμβαίνουν ένα σωρό επεισόδια της ζωής. Χωρισμοί, φιλιά, φόνοι, τροχαία δυστυχήματα, τροφοδοσίες, λιτανείες, πορείες, απεργίες, ασυδοσίες και τα λοιπά. Μα οι δυο τους έχουν κάτι πολύ σοβαρό να λύσουν.)

 Εφημεριδοπώλης: Η εφημερίδα. Είναι βρώμικη. Η πιο βρώμικη της πιάτσας.

Περαστικός: Αυτή; Αστειεύεστε; (το ίδιο συνωμοτικά)

Εφημεριδοπώλης: Το ξέρω, είναι φριχτό. Μα η τύχη το ΄φερε να διαλέξετε μια πολύ βρώμικη φυλλάδα. Και εγώ, έπρεπε, δεν είχα άλλη επιλογή, όχι δεν είχα, παρά να σας σώσω.

Περαστικός: Σας είμαι υπόχρεος.

(Δυο που τσακώνονται πέφτουν πάνω στο κιόσκι, ο γέρος προσπαθεί να πιάσει το κασκέτο του, συγυρίζει πρόχειρα εμπρός του τα τελάρα και συνεχίζει.)

 Περαστικός: Χάθηκε ο κόσμος.

Εφημεριδοπώλης: Δεν το νομίζω, μάλλον βρέθηκε επιτέλους και τώρα ξέρει τι κυνηγά. Για δείτε, ο καθένας έχει έναν σκοπό και δεν τον σταματά τίποτε. Και ο θάνατος έρχεται ήσυχα, επιβλητικά σαν βαρύ παραβάν, ανεπαίσθητα, ποιητικά, σαν να σιγοκαίει κανείς προσευχές.

Περαστικός: Είστε ποιητής;

Εφημεριδοπώλης: Όχι, όχι, απλά τυγχάνω να γνωρίζω τι ακριβώς πρόκειται να συμβεί από στιγμή σε στιγμή.

Περαστικός: Ώστε, διαβάζετε τα σημάδια; Οιωνοσκόπος;

Εφημεριδοπώλης: Μπορείτε να το πείτε. Μα εγώ έχω ειδικευτεί σε ένα μόνο σημάδι. Κανείς δεν ξέρει ότι το έχει, μονάχα εγώ το βλέπω και κάνω τη δουλειά μου.

Περαστικός: Και ποια είναι αυτή;

Εφημεριδοπώλης: Αν σας έλεγα, δεν θα με πιστεύατε. Θα σας εξομολογηθώ μόνο πως ξέρω ακριβώς με τι τρόπο θα τελειώσει αυτή εδώ η κουβέντα.

Περαστικός: Και εγώ, νομίζω πως ξέρω και εγώ. (θυμωμένα)

Εφημεριδοπώλης: Αυτοί οι δύο μάγκες θα σας ορμήσουν. Μετρήστε, σε δέκα δεύτερα από τώρα θα σας ξυλοφορτώνουν και έπειτα θα κλέψουν από εσάς τα πάντα.

Περαστικός: Αυτοί εκεί λέτε;

Εφημεριδοπώλης: Ναι αυτοί. Και εσείς θα αντισταθείτε. Και εγώ θα κάνω τη δουλειά μου. Τώρα καταλάβατε;

(Οι μάγκες ορμούν, οι τρεις τους παλεύουν, κάποιος τραβά ένα μαχαίρι. Είναι ένας νεκρός κάπου στην πόλη, τον πάνε στο σπίτι του κάτι περαστικοί που σεβαστήκανε τη στιγμή. Ο νεκρός βεβαίως, στην πραγματικότητα δεν είναι καθόλου τέτοιος και στέκει στην άκρη, παράμερα και πικραμένα. Δίπλα του ο γέρος και το κιόσκι και οι φυλλάδες που είναι δίχως τίτλους και μελάνια. Παντού μια ώχρα και άρρωστοι αιώνες. Οι δυο τους μιλούν.)

 Περαστικός (νεκρός πια): Ωστε πρόσχημα; Η εφημερίδα λέω,  πρόσχημα;

Εφημεριδοπώλης (μια σταθερά): Ναι, πώς το φανταστήκατε πως θα μπορούσα να νοιάζομαι για όλα αυτά.

Περαστικός (νεκρός πια):Πάντως το εκτιμώ, δεν με εγκαταλείψατε στιγμή.

Εφημεριδοπώλης (μια σταθερά): Αλίμονο, δουλειά μου κύριε, δουλειά μου.

(Η πομπή στρίβει από το γαλάζιο μου στενό και χάνεται μες στην αρτηρία της πόλης. Και η ζωή συνεχίζεται και οι φυλλάδες είναι βρώμικες και οι δυο τους συζητούν τα μεγάλα, – για φαντάσου – ζητήματα της ζωής. Ο ίσκιος τους ξεμακραίνε και τώρα χάνεται. Χάθηκε.)

Απόστολος Θηβαίος