Γιώργος Δήμος | Absit Omen

Captain Hubert C. Provand

Ξάπλωσα στο δροσερό μου κρεβάτι με ανακούφιση. Άλλο ένα ανούσιο ξενύχτι είχε φτάσει στο τέλος του. Επιτέλους, μέσα στη μέση της νύχτας, έβρισκα την ηρεμία στη σίγουρη αγκαλιά του ύπνου. Εκεί, ακόμη κι αν οι εφιάλτες διαδέχονταν ο ένας τον άλλο, δεν υπήρχε τίποτα που να μπορούσε να με βλάψει. Όχι όπως συμβαίνει στην πραγματική ζωή.

Μια νύχτα ακόμη ανάμεσα σε λιοντάρια και μια πικρή επιγεύση από το δηλητήριο της ζωής χωρίς νόημα. Είναι, λοιπόν, αλήθεια αυτό που λένε, πως όταν λείπεις όλη μέρα και το μόνο που σε περιμένει στο σπίτι είναι ένας έντονος πονοκέφαλος, τότε σίγουρα κάτι πάει στραβά. Έτσι ένιωθα, κενός, χωρίς μέλλον και με ένα παρελθόν βυθισμένο στη λήθη του ποτού και των καταχρήσεων. Τώρα πια δεν μπορούσα να βρω καταφύγιο ούτε στον εσωτερικό μου κόσμο. Σκοτεινές αναμνήσεις και φρικαλεότητες εμπόδιζαν κάθε ελπίδα να εισέρθει στο μυαλό μου.

Γύρισα βίαια πλευρό και κοίταξα την ήρεμη αυλή, έξω από το παράθυρο, με τα ακίνητα πανέμορφα δέντρα της να στέκονται ψυχρά κάτω από το ασημένιο φως του φεγγαρόφωτου. Σήμερα είχε πανσέληνο και η νύχτα ήταν λουσμένη με φως. Μόνο μερικές γωνιές του κήπου παρέμεναν κρυμμένες στη σκιά, σαν να έκρυβαν κάποιο μυστικό. Όλα έμοιαζαν γαλήνια στην όμορφη αυλή.

Έκλεισα τα μάτια μου και προσπάθησα να μην σκέφτομαι για λίγο. Ίσως έτσι να έβρισκα ηρεμία μακριά από τα προβλήματά μου. Ίσως έτσι να κοιμόμουν ήσυχος, χωρίς εφιάλτες, όπως έχω να κοιμηθώ εδώ και τόσα χρόνια. Σιγά-σιγά, το πέπλο του ύπνου άρχισε να με σκεπάζει και ο συνειδητός κόσμος άρχισε να σβήνει και να δίνει τη θέση του σε εκείνον του υποσυνειδήτου. Ξαφνικά, ένας ήχος ήρθε να ταράξει την σιωπή. Ήταν βήματα, βήματα από τακούνια. Πόσο παράξενο ήταν. Έμοιαζαν να προέρχονται από την αυλή, σαν να είχε φτάσει μόλις μια νυχτερινή επισκέπτης. Ξανάκλεισα τα μάτια μου προσπαθώντας να τα αγνοήσω. Μπορεί να ακούγονταν από μακριά και μέσα στην ησυχία της νύχτας να έμοιαζε πως ήταν απ’ έξω. Ύστερα από λίγο τα βήματα σταμάτησαν.

Αφουγκράστηκα για λίγο προσεκτικά. Δεν ακουγόταν πια τίποτα. Γύρισα ικανοποιημένος από την άλλη πλευρά και προσπάθησα ξανά να κοιμηθώ. Όμως τα βήματα σύντομα ξανάρχισαν. Μάλιστα τώρα έμοιαζαν να πλησιάζουν ολοένα και πιο κοντά, ακούγονταν σαν να περνούσαν δίπλα μου. Γύρισα ξανά το βλέμμα μου στο παράθυρο και προσπάθησα να διακρίνω καλύτερα. Δεν φαινόταν τίποτα. Τίποτα κάτω από το φως του φεγγαριού. Όλα φαίνονταν γαλήνια και ήρεμα, όπως πριν. Ησύχασα και ακούμπησα μαλακά το κεφάλι μου στο μαξιλάρι. Τι ιδέα και αυτή! Μια άγνωστη γυναίκα στο σπίτι τα μεσάνυχτα. Κοίταξα με συμπάθεια το ήρεμο τοπίο και άφησα το μυαλό μου να πλανηθεί. Πόσο μυστηριώδεις έμοιαζαν εκείνες οι σκοτεινές γωνιές κάτω από τις σκιές των πυκνόφυλλων δέντρων. Γιατί αρνούνταν άραγε το φως, τι είχαν να κρύψουν; Κοίταξα με ενδιαφέρον μία από αυτές, κάτω από τη γέρικη σημύδα και το αίμα μου πάγωσε από το φόβο. Κοίταξα ξανά με μεγαλύτερη προσοχή. Δεν ήταν δυνατόν. Μέσα στην σκιά, πάνω στον γέρικο κορμό του δέντρου διαγράφονταν, όχι καθαρά, μία νεκρική φιγούρα, σαν νεκροκεφαλή με τις άδειες κόγχες των ματιών της στραμμένες επίμονα προς το μέρος μου. Έμοιαζε σαν να με κοιτούσε.

Ένας απότομος θόρυβος από κατσαρόλες που πέφτουν με δύναμη στο πάτωμα διέκοψε την φρικιαστική μου σκέψη. Ακούστηκε από μέσα. Η αδερφή μου. Πώς ήταν ξύπνια τέτοια ώρα; Σηκώθηκα γρήγορα και έτρεξα στην κουζίνα. Όταν άνοιξα την πόρτα, το πρώτο που είδα ήταν η φιγούρα της Νάντια, να κάθεται στο πάτωμα, με την πλάτη ακουμπισμένη στον τοίχο. Ήταν τρομοκρατημένη και τα μάτια της κοιτούσαν ορθάνοιχτα κάτι στην απέναντι πλευρά του δωματίου. Προσπάθησα να τη ρωτήσω τι συνέβη, όμως μια χειρονομία της με προέτρεψε να κοιτάξω εκεί που είχε κολλήσει το δικό της βλέμμα.

Γύρισα αργά το κεφάλι μου, σαν να ήθελα να προστατευτώ από το απαίσιο θέαμα που επρόκειτο να αντικρύσω. Δεν ξέρω τι ακριβώς ένιωσα εκείνη τη στιγμή, πάντως δεν μπορούσα σε καμία περίπτωση να αποδεχτώ ό,τι συνέβαινε. Όλα τα μαγειρικά σκεύη, από τις κατσαρόλες και τα τηγάνια μέχρι και τα μαχαιροπίρουνα είχαν ανυψωθεί ως το ταβάνι και στέκονταν εκεί σαν να κρεμόντουσαν από αόρατα σκοινιά. Στον τοίχο υπήρχε μια επιγραφή γραμμένη με πηχτό μαύρο αίμα, σαν εκείνο που κυλάει στις αρτηρίες: «Ο θάνατος νικά τα πάντα».

Η Νάντια άφησε ξαφνικά μια διαπεραστική στριγκλιά και τα μαγειρικά σκεύη έπεσαν στο πάτωμα της κουζίνας με ένα δυνατό κρότο. Δεν ήμουν σίγουρος ποιο ήταν το νόημα της επιγραφής, αλλά ένιωθα πως αφορούσε εμένα περισσότερο από την αδερφή μου. Οτιδήποτε κι αν ήταν αυτό που τα προκαλούσε όλα αυτά, έμοιαζε να είχε έρθει για μένα. Η Νάντια ούρλιαξε ακόμη μια φορά, δυνατότερα τώρα και άρπαξε από τον πάγκο ένα κοφτερό μαχαίρι για να προστατευτεί.

Η πόρτα της κουζίνας άνοιξε με ένα τρίξιμο και ένα φριχτό πλάσμα εμφανίστηκε μπροστά στα έκπληκτα μάτια μου. Τώρα μπορούσα να καταλάβω από πού προέρχονταν το αίμα της επιγραφής. Από το άνοιγμα της πόρτας ξεπρόβαλλε το κεφάλι ενός νεκρού γουρουνιού, σφαγμένου και λουσμένου στο αίμα του. Δεν ήταν ζωντανό πια, όμως το ξεκοιλιασμένο σώμα του το υποκινούσε μια δαιμονική δύναμη και το έκανε να περπατάει και να γρυλίζει σαν να είχε επιστρέψει από τον κόσμο των νεκρών.

Έπιασα ένα από τα μαχαίρια που βρίσκονταν στο πάτωμα και χίμηξα πάνω στο δαίμονα. Δεν θα το έκανα αυτό σε άλλο ζώο, όμως εκείνο δεν ήταν πια ο εαυτός του. Ήταν μόνο σάρκα, χωρίς ψυχή και συναισθήματα. Ήταν νεκρό και το κουφάρι του το είχε κυριεύσει αυτό το σατανικό πνεύμα που είχε έρθει εδώ για να με εξολοθρεύσει. Ήταν όμως όλα αυτά αλήθεια; Μπορεί να ήθελε να μου πει κάτι. Να μου θυμίσει κάτι που είχα ξεχάσει. Το μυαλό μου θόλωσε και έτσι έδιωξα γρήγορα αυτή τη σκέψη αμφιβολίας.

Σηκώθηκα εξουθενωμένος και γεμάτος από γουρουνίσιο αίμα. Άφησα το μαχαίρι να πέσει με θόρυβο στο πάτωμα. Δεν άντεχα άλλο, ήθελα μόνο την ηρεμία μου. Ήθελα να κοιμηθώ.

«Πρόσεχε!» φώναξε έντρομη η αδερφή μου και πριν καν προλάβω να το συνειδητοποιήσω το κοφτερό μαχαίρι καρφώθηκε με δύναμη στο γόνατό μου.

Ούρλιαξα από τον πόνο και χάνοντας την ισορροπία μου έπεσα στο πάτωμα. Ήταν σαν μια κρύα υγρή ουσία να εξαπλώθηκε στο αίμα μου και να ξύπνησε όλες μου τις αισθήσεις. Γούρλωσα τα μάτια μου και ούρλιαξα, όχι τόσο από πόνο αυτή τη φορά, όσο από χαρά. Μια ανεξήγητη ευτυχία που είχα ξεχάσει ότι υπάρχει εδώ και πολλά χρόνια. Από τα μάτια μου κύλησαν λυτρωτικά δάκρυα και πιάνοντας τη λαβή του μαχαιριού με τα δυο μου χέρια το τράβηξα με δύναμη από το ματωμένο μου γόνατο. Δεν φώναξα, μόνο γέλασα. Γέλασα με την ψυχή μου, όπως δεν είχα ξαναγελάσει ποτέ άλλοτε. Γελούσα δυνατά με πάθος, σαν να ξεχνούσα μία-μία όλες μου τις λύπες και τη θέση τους έπαιρναν χαρούμενα συναισθήματα.

Η αδερφή μου ούρλιαζε από το φόβο, κουλουριασμένη σε μια γωνιά της κουζίνας. Δεν μπορούσα να της δώσω σημασία. Ήμουν για πρώτη φορά ελεύθερος! Η χαρά είχε πλημμυρίσει την ψυχή μου και από τα μάτια μου έτρεχαν δάκρυα χαράς—Μια στιγμή αγωνίας—Το δροσερό μαχαίρι που κρατούσε η Νάντια έσκισε το λαιμό μου και η έκφραση του γέλιου στο πρόσωπό μου έδωσε τη θέση της σε εκείνη της έκπληξης. Η Νάντια ξέσπασε σε κλάματα με λυγμούς κρατώντας ακόμη σφιχτά το μαχαίρι με το οποίο είχε κόψει το λαιμό μου. Τι ανόητη, τι ανόητη που ήταν! Τα κατέστρεψε όλα πάνω στην καλύτερη στιγμή της ζωής μου.

Ένας παγωμένος αέρας φύσηξε και το σπίτι βυθίστηκε στη σιωπή. Το πνεύμα έγινε ένα με το ρεύμα του αέρα και σκορπίστηκε στην ατμόσφαιρα. Η ηρεμία επέστρεψε στο σπίτι. Το μόνο που ακουγόταν τώρα ήταν το γοερό κλάμα της αδερφής μου. Έμοιαζε να θρηνεί περισσότερο για το αποτέλεσμα, παρά για την φριχτή της πράξη. Τα δέντρα θρόισαν και ύστερα σιώπησαν, σοβαρά και συνωμοτικά, σαν να επρόκειτο να κρατήσουν εκείνο το μυστικό κρυφό για πάντα, όπως άλλωστε είχαν κάνει τόσες φορές στο παρελθόν. Τα γυναικεία βήματα ακούστηκαν στον πλακόστρωτο δρόμο προς την έξοδο. Η καγκελόπορτα άνοιξε και ύστερα έκλεισε με ένα πένθιμο ήχο.

 


Ο Γιώργος Δήμος γεννήθηκε το 1993 στην Αθήνα. Σπούδασε Δημιουργική Γραφή και Φιλοσοφία στο Pratt Institute, στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης, όπου και έζησε για 8 χρόνια. Το 2019 επέστρεψε στην Ελλάδα και από τότε εκδίδει συστηματικά άρθρα και κριτικές στα περιοδικά «MAXMAG», «Artviews» και «Χάρτης», σχετικά με τον κινηματογράφο, τη λογοτεχνία, τη φωτογραφία και τα εικαστικά, καθώς και διηγήματα στο περιοδικό «Μονόκλ». Είναι μέλος της Ένωσης Ευρωπαίων Δημοσιογράφων για την Ανεξαρτησία και τη Διαφάνεια των ΜΜΕ.