Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης | Saligia

© Helen Levitt

Superbia

Πάνω στο τσάκισμα της μέρας μία πομπή ξεκίναγε απ’ τη μεγάλη λεωφόρο που οδηγούσε έξω απ’ την πόλη, στη θέση Πύκνα. Μπροστά πηγαίνανε οι δύο ύπατοι κι οι ρασοτυλιγμένοι κι ακολουθούσε η σύγκλητος λυσίκομη κι οι κοτζαμπάσηδες, συνοδευόμενοι από ανθρωπογλείφτες.

Σαν φτάσανε ανάμεσα στα δυό υψώματα μπουζιάστηκαν στο Σαραπίδειο, εκεί όπου ήταν ο βωμός, και σκύψαν το κεφάλι. Μέχρι οι ύπατοι να πάρουν θέση, οι κοτζαμπάσηδες λιβάνιζαν τη σύγκλητο κι όλοι μαζί τα σμήνη αργυραμοιβών κι ακαμάτηδων.

Οι δύο ύπατοι, αιώνιοι κι ορκισμένοι αντίπαλοι, είχαν τη φήμη των σοβαροβλέφαρων εκείνων που είναι ευλαβείς στην οικογένεια και τη θρησκεία τους· τηρούντες πάντα τις αρχές της πολιτείας και τους τύπους, χωρίς διάθεση για ξεστρατίσματα κι άλλα τέτοια. Κι αφού είχανε αυτή τη φήμη, έτσι τους νόμιζε κι ο όχλος.

Μόλις αρχίσανε οι αγορεύσεις κι απ’ τις δυό μεριές, άλλοι ζαρώνανε τη μύτη τους κι άλλοι ακούγαν χάσκοντας – πότε τυλίγοντας τη γλώσσα τους σα σκύλοι διψασμένοι, πότε στριφογυρίζοντας μέσα στη βουερή ανοησία τους. Μα όταν ακούστηκε εκείνο το· «θα βάνω εγώ εσένα εξεταστή τι κάνω;», πιάσανε πόλεμο οι δύο ύπατοι, μαζί κι ο όχλος να σουρομαδιέται!

Στα υστερνά, κατά το δείλι, όλος αυτός ο συρφετός, μην έχοντας βγάλει ούτε μια βουλή, επέστρεψε στην τρύπα του ακολουθώντας τον άνεμο, ενώ οι δύο ύπατοι, χωρίς να κατεβούν απ’ το καλάμι, σκεπάστηκαν απ’ τα φτερά των ερινύων και χάθηκαν μες στο σκοτάδι βλαστημώντας.

Την επομένη, την ώρα που ο αλέκτωρ ξεσήκωνε την πλάση στο πόδι, ένας κουρελής διδάσκαλος, ξυπόλητος και πληγιασμένος στο κορμί απ’ το φραγγέλωμα, διέδιδε πως είδε μες στη νύχτα τους δυό ύπατους να χαριεντίζονται, κρατώντας αγκαλιά μια καλντεριμιτζού, και να περνάν το μισοσκότεινο κατώφλι μιας ταβέρνας που κάθε της γωνιά τη ζέσταινε το κρίμα.

 

Avaritia

Ξημέρωμα Κυριακής, η μέρα που ’χουν το συνήθειο να σφάζουνε αρνιά· τη μέρα εκείνη Φρύγες Τουρκόγυφτοι έταξαν στους Ψωροκωσταίους τάλαντα πολλά για να νοικοκυρέψουνε της Τρίχας το γεφύρι, ότι κουνιότανε επικίνδυνα πάν’ απ’ τον Κωκυτό. Είχε έρθει ο καιρός και έπρεπε, λέει, να περάσουνε απ’ το σημείο όπου κρίνεται η μοίρα των θνητών. 

Έτσι, όλοι μαζί, μάστορες και μαθητάδες, βαλθήκανε να βάλουνε μια τάξη στο ερείπιο. Ώσπου να ξεψυχήσει η μέρα τα φτυάρια κ’ οι αξίνες είχαν λιώσει, μα το γεφύρι αυτό δεν θα τελείωνε έτσι εύκολα. Όταν ξημέρωσε λάβανε την απόφαση να φτιάνουνε περσότερες καμάρες, ψηλές και όμορφες. Την επομένη είπαν να ξεκουράσουν τις καμάρες με σκέλη και ποδαρικά. Οι μέρες έφεγγαν η μια σιμά στην άλλη και όλο πασχίζανε να κάνουν το γεφύρι μία διάβαση αμύθητα ονειρεμένη γιατί δεν υπήρχε τέλος στην ξιπασιά τους και επειδή θέλανε να σιγουρέψουνε την εύνοια των Φρυγών. 

Και πέρασαν σαράντα εννιά ημέρες σωστές ωσότου το γεφύρι να θυμίζει κτίσμα λαμπρό. Άξαφνα, κάποιος από τους μαθητάδες φώναξε πως πρέπει επιτέλους το γεφύρι να στεριώσει.

Έτσι, των λόγων των παλιών πατώντας τα ίχνη, μια θυγατέρα είπανε να θυσιάσουνε. Κατά το γιόμα τους στείλαν μια πρεσβεία ’π’ το χωριό: ιερωμένοι τραγομάσχαλοι, εταίρες, Γυφτοφάγοι και κοπρολόγοι πολιτευτές κατέφτασαν ζητώντας τους να θυσιάσουνε την κόρη του δεσπότη. Τόσο μεγάλη ήτανε η θλίψη τους που τα ραβδιά τους όλοι κρούσανε στη γης και δεν κρατήσανε τα δάκρυά τους. Μα το μυαλό τους τυφλωμένο ως ήταν, και επειδή τα τάλαντα τους είχανε ζαλίσει, μπορούσε να σηκώσει τέτοιες αποκοτιές. 

Έτσι, της ικεσίας τις φωνές, τα παρακάλια και τους οδυρμούς που έσερνε η παρθένος κανένας δεν λογάριασε. Και διατάχτηκαν οι μάστορες κι οι μαθητάδες να την πιάσουνε και να την στήσουνε ψηλά, σαν την αρνάδα, πάνω στον βωμό. Τα παραπέρα ούτε που τα είδα ούτε που τα λέω. 

Κι ακολούθησε μία διαολεμένη νύχτα και μόνο ένας παπάς φαρδύπρωκτος τόλμησε να ξεμυτίσει στης Τρίχας το γεφύρι για να κάνη τρισάγιο. Κάποια φορά η αυγή άπλωσε στη γης το χρώμα της κι οι φρύνοι, κουρασμένοι απ’ τ’ ολονύχτιο κόασμα, σιώπησαν αποκαμωμένοι. Την ώρα εκείνη οι μάστορες κι οι μαθητάδες μαζί με την πρεσβεία και τους τουρκόγυφτους τους Φρύγες κάναν’ να περάσουν. 

Αργότερα, ένας λεχρίτης, απλησιάρης είπε ότι είδε μαύρες σκύλες καπροδόντες με μάτια αιμοσταγή να πλησιάζουνε γοργά τη γέφυρα κι αίφνης ν’ ακούγονται κραυγές και ουρλιαχτά που, ύστερα από λίγο, εξατμίστηκαν σε μια βαθιά σιωπή…

 

Luxuria

Ο πίνακας αυτός κουβαλάει τη μορφή της Θαυμαρέτης με μια τάξη και με μια σειρά αξιοζήλευτη…

Τη στιγμή που η νύχτα γονάτιζε τη μέρα και τα άλλα ζωντανά βγαίνανε παγανιά, αλογοφάϊσες, ταβλαμπάδες, νταλαβεριτζήδες και ξεσκολημένοι κλήθηκαν στον οίκο της Θαυμαρέτης για να δουν τον πίνακα. Σε λίγο η σάλα, κατάφωτη και στολισμένη με ταβλάδες κρεάτων και λαγήνια κρασιού, μπούχτιζε απ’ την αποφορά, το σάλαγο και την καπνιά, ενώ έφηβοι χύναν ατέλειωτο κρασί μες στους κρατήρες· κι όλοι τους φάγανε κι ήπιαν μέχρι που ξεχειλώσανε.

Στο άκουσμα του πρώτου βορβορηγμού χυμίξανε σε όλες τις κοφινοκώλες της βραδιάς για να τις μακελέψουνε με τα λεπτά τους εντεράκια· κι οι αλληλοβασίες κράτησαν για ώρες!

Αίφνης ακούστηκαν ποδοβολητά αλόγων, σημάδι ότι είχε καταφτάσει το παχύδερμο του τόπου κρατώντας στο ένα χέρι σκήπτρο και στ’ άλλο δόρυ. Τότε, όλοι τρέξανε και κοπαδιάστηκαν κάτω άπ’ τ’ αχαμνά του απελπισμένοι, ότι αχαλίνωτος ο πόθος κι αχόρταγες οι σάρκες· τη φορά αυτή, όμως, μπλέξανε τα πόδια και τα χέρια σε βουβές αρρενομιξίες και σαπφισμούς· και τα κορμιά του ενός απ’ τ’ άλλου δύσκολα ξεχώριζαν. 

Ήταν άκρα νύχτα· τα δαχτύλια στάζανε ακόμα κατσικίσιο λίπος και τα στήθια ιδρώτα όταν αποφασίσανε να φύγουνε, αφήνοντας τη σάλα ετοιμοθάνατη.

Ο πίνακας αυτός κουβαλάει τη μορφή της Θαυμαρέτης με μια τάξη και με μια σειρά αξιοζήλευτη. Μονάχα, όμως, του οίκου ο φύλακας, μια σκυλίτσα, πλησίασε αργά τον πίνακα και φτάνοντας κοντά του κούνησε την ουρά της και σκίρτησε με χαρά!

 

Ira

Εκεί στις αμμουδιές, μπροστά στο κύμα ξάνοιγες θέαμα φρικτό· κουφάρια αλόγων και κεφάλια εφήβων και πολεμιστών έπλεαν μες στο πηχτό το αίμα. Μα ήταν ωραία η βραδιά κι έκανε καλοσύνη κι αυτός κατάκοπος απ’ το βάρος της ημέρας, έτσι όπως κειτόταν σ’ αυτό το ακρογιάλι, άφησε να του σβήσει ο ύπνος την κάθε του φροντίδα.

Και τότε ήταν που ’νοιωσε το άγγιγμα του πεθαμένου φίλου του στο μέτωπο σαν κάτι πιο γλυκό κι απ’ της θαλάσσης τη γαλήνη. Είπε· «Βοήθα με να φύγω γρήγορα για να περάσω το ποτάμι που δακρύζει, γιατί δεν με αφήνουνε τα τάγματα δαιμόνων».

Αίφνης πετάχθη σαστισμένος κι έτρεξε στους άλλους. Ακούγοντάς τον γίνηκε μεγάλος τρανταγμός στα σπλάγχνα τους κι επειδή είχαν σφαλίσει οι τρεις ημέρες, είπανε οι μισοί να κάνουνε το ξόδι του κι ύστερα να τον θάψουν. Μα οι υπόλοιποι διαμαρτυρήθηκαν μεγάλως και ζήτησαν να τον εκάψουνε μαζί με σκύλους κι άλογα και μ’ άγουρους. 

Και τότε οι δυό μεριές πικράθηκαν και θύμωσαν και θέριεψαν· κι ακούστηκε μια ταραχή· κι απ’ τη μια κραυγή στην άλλη πέφταν σαν πεινασμένοι λέοντες: Οι τραγογένηδες ταλιάριζαν παράσιτους και ιεροποιούς κι οι ιεροθύτες βροντολόγαγαν τις κεφαλές των φλάρων. Μέχρι να σβήσει ο έσπερος όλοι τους πέρασαν απ’ το μαχαίρι· κι έρρεε το αίμα τους μαζί με της ζωής το φως. 

Καμιά φορά ξημέρωσε ο Θιος τη μέρα κι αγέρι καυτό άπλωσε τα φτερά του και σήκωσε μαγαρισιές και δυσωδία. Τότε, ένας ξυπόλυτος με την άλω στο κεφάλι τον κατευόδωσε, αγανακτισμένος, στης Τρίχας το γεφύρι…

 

Gula

Την ώρα που πνοή ανθρώπου δεν γροικιόταν, ρασοφόροι κόρακες, χριστεπώνυμοι κλέφτες και μολυβοσπρώχτες κατευόδωσαν τον βασιλιά, τυλιγμένο στην κόκκινη τήβεννο, γαβγίζοντας δυνατά το «άξιος» η το «χαίρε»· κι αυτός για να τους αποκοιμίσει μοίραζε στο πέρασμά του σάπια ελέη και φανταχτερά περιτυλίγματα σκουπιδιών ενώ οι άλλοι με λύσσα πέφταν πάνω τους και τα κατάπιναν, μπουκώνοντας τα στόματα σαν χοίροι οικοδίαιτοι. 

Μα σαν έφτασαν στην Αγορά καταλάβαν ότι εδώ θα τελειώνανε οι μοιρασιές και τα παζάρια. Έτσι, βροχή έπεσαν από πάνω του οι ροχάλες και τα χέρια για να τον διαμερίσουν. Και μόνον κάποιοι ορκοπάτες έμποροι που πέρναγαν τυχαία από εκεί, τρέξανε να τον γλιτώσουνε γιατί είχανε ακούσει ότι έπαιρνε να τόνε στύψουν λίγο ακόμα για να περιδρομιάσει πάλι ο όχλος.      

Ωσότου να τσακίσει το σταύρωμα η μέρα, ένας απέραντος θίασος από μέθυσους, πολιτικές και κατσαπλιάδες με σκουτάρια είχε ανηφορίσει τη δημοσιά, που οδηγούσε στην κορφή του λόφου, συνοδεύοντας τον μέσα σε ένα πεθαμένο τοπίο γεμάτο ασφένταμους και χαράκια. 

Σαν φτάσαν στην κορφή έλαβαν την απόφαση να τόνε βάλουνε με το στανιό να μπήξει ένα κομμάτι ξύλο σε σημείο διορισμένο. Βιαζόντουσαν, λέει, γιατί κάποια στιγμή θα κοπαδιάζονταν γύρω του ο όχλος για να τον αποθεώσει κι έτσι να ξαναφάει άρτους κι ιχθείς!

Με τα πολλά τον έστησαν στους πέντε ανέμους κι αφού τον προσκυνήσαν, έφυγαν χασκογελώντας και τρίβοντας τα χέρια τους. Μετά από λίγο δεν άκουγες γάβγισμα σκύλου, λάλημα πουλιού, η θρόισμα φύλλου παρά μόνο έναν ψίθυρο που αντίσκοβε τη σιωπή: «Και τώρα στέκομαι μόνος μου, ξανά, μες στην κακομοιριά μου, περιμένοντας μάταια το θαύμα…»

 

Invidia

Tό πρώτο φέγγος της μέρας φανέρωσε ένα τόπο μαντρογυρισμένο από ορεινούς όγκους μαστιγωμένους απ’ το αγέρι. Στο βάθος ένα μικρό κομμάτι πελάγους ξεπετιόταν πίσω απ’ τους ορεινούς όγκους· στη μέση του τοπίου, στα πλάγια, ένα χωριό από μερικά παλιά μονόσπιτα.

Ναι, μερικά παλιά μονόσπιτα· μα στην πλατεία του χωριού υψωνόταν κι απλωνόταν σαν το θεριό το μέγαρο του τόπου αυτού μέσα σ’ έναν πλούτο που δεν τον είχαν δει όλοι οι αιώνες. Έτσι, επίσημο κι ωραίο όπως ήταν το τρώγαμε ολημερίς της μέρας με τα μάτια μας κι αυτό με τη σειρά του μας έτρωγε την ψυχή μ’ εκείνο το· «γιατί αυτοί κι όχι εμείς;».

 Επειδή λοιπόν τα φίδια επώαζαν τ’ αυγά τους μες στα σπλάγχνα μας και μιας και φέτο τα πουλιά μας έφεραν νωρίτερα την Άνοιξη και τον κακό χειμώνα δε γνωρίσαμε, βαλθήκαμε απ’ το πρωί να χτίζουμε τον οίκο μας ψηλό, μ’ ονειρεμένες κάμαρες γεμάτες παραθύρια.

Πάνω στο τελείωμα, θα ’ταν δε θα ’ταν λιόγερμα, στα παραθύρια βγήκαμε να καμαρώσουμε. Και με το κίνημα της κεφαλής ξανοίγαμε πλαγιές μ’ ελιές εδώ κι εκεί και ριζιμιά χαράκια και της θαλάσσης την αγρύπνια στο βάθος να βογκά. Και με το κίνημα της κεφαλής γυρεύαμε να δούμε πόσο βαθιά στο μάτι είχαμε μπει των άλλων!

Όμως, κάποτε το βλέμμα μας αγρίεψε συναντώντας έναν μαυροφορεμένο γέροντα, δρεπανηφόρο, να πλησιάζει από μακριά.

Τότε, οι πιο ανέγνωροι από μας κάναν’ να καρφώσουν τον ίσκιο του στον τοίχο. Αλλά εμείς οι υπόλοιποι νοήσαμε· και τρέξαμε ίδια δειλοί κι αλαλιασμένοι να κρυφτούμε γνωρίζοντας πως δεν θα έχουμε κανένα γλιτωμό· φέτο, που τα πουλιά μας γέλασαν και φέρανε νωρίτερα την Άνοιξη.

 

Acedia

Mέ το χάραμα η Αυγή σκόρπισε όλα όσα θα ’φερνε πίσω το σκοτάδι· ένα χωριό σε ξερακιανό βραχοτόπι, ένα λιοτρίβι απέναντι σε μια μαδάρα και ένα μονοπάτι γεμάτο κοχλίες που έστελνε νωχελικά μια παράτα ανθρώπων απ’ το χωριό στου λιοτριβιού το έμπα.

Μόλις είχε πατήσει τα τριαντατρία· ήταν Απρίλης· τότε ειδοποίησε τους κουρελήδες έφηβους που τον ακολουθούσαν ότι πρέπει, επιτέλους, να πορευτεί κι αυτός σε τόπους άνυδρους. Τους ζήτησε, λοιπόν, να τόνε συνοδεύσουνε μέχρι το λιοτριβιό για να αρχίσει τις προσευχές κι άλλα τέτοια. Αυτοί όμως διαμαρτυρήθηκαν μεγάλως γιατί νιώθαν μία κούραση βαριά να συνθλίβει το σώμα τους κι επειδή το αγέρι τη μέρα εκείνη ήταν καυτό και το λιοτρίβι ψηλά πα στη μαδάρα.

  Όταν, όμως, τους αγριοκοίταξε, το βούλωσαν όλοι! Κι έτσι πήραν την άγουσα με μάτι άγριο και θολό. Αλλά ο καύσωνας της μέρας κι η προαιώνια απραγία τους, τους κράταγε δεμένους στην αψηφισιά· κι όλο γύρευαν να ξαποστάσουν πίσ’ απ’ τα χαράκια και τις σφάκες για να μην τους μυριστεί ο άλλος. Έτσι, μόνο τρεις από αυτούς κατάφεραν κι έφτασαν μαζί του στη μπασιά του λιοτριβιού· οι υπόλοιποι αποκοιμήθηκαν στον δρόμο!

Με τα πολλά τους έπεισε να ξαγρυπνήσουνε μαζί του για όση ώρα θα εγύρευε κανένα θαύμα η άλλη χάρη. Μεσούσης της ημέρας κι η ορμή των λόγων του έσπαγε, κάθε τόσο, τη σιωπή· «Τέτοιο μένος για έναν φόνο άδικο και να μην συναλγεί κανείς, κανείς να μην συνέρχεται; συντρίβω την καρδιά αλλά δεν σιγεί ο λογισμός».

Μα δεν ήταν μόνο ο λόγος που έσπαγε τη σιωπή αλλά και το ροχαλητό: Τα χάδια του Μορφέα παρέλυαν τα μέλη τους κι αυτοί του δίνονταν με ηδονή και πρόθυμα, έτσι όπως ήταν μαθημένοι στην αποχαύνωση και το αριδοξάπλωμα. Κι όσες φορές κι αν ήλθε για να τους ξυπνήσει, άλλες τόσες το χασμουρητό έπνιγε τους κόπους του και τη γαλήνη του ελαιώνα.

Σαν πήρε η νύχτα ακούστηκαν θρήνοι και κατάρες, σημάδι ότι είχαν φτάσει οι αρχιερείς και οι γραμματικοί συνοδευόμενοι από ακαμάτηδες, μαστροπούς και παξιμάδες για να τον παραδώσουν. Και μέσα σ’ όλη αυτή την χλαολοή κάναν να σηκωθούν, μα κάθε ικμάδα δύναμης είχε ποντιστεί από το μούδιασμα. Μόνον μια φωνή τους άφησε ο βαθύς λήθαργος ν’ ακούσουν καθαρά· μια μακρινή φωνή που έλεγε: «Έρχομαι· τι μ’ αύεις;»· μ’ αυτοί αλλάξανε πλευρό καθώς το σκοτάδι έφερνε πίσω όλα όσα με το χάραμα σκόρπισε η Αυγή.