Πουπερμίνα (Μηχανικό Μολύβι) | Δονήσεις, Ζύμες και Ραδιοκύματα

© André Kertész

Έξω ο καιρός φόρτωνε κι ετοιμαζόταν για μεγάλες εξομολογήσεις. Ο γάτος ήταν ενθουσιασμένος! Για όση ώρα η γιαγιά άνοιγε το φύλλο στην κουζίνα, αυτός είχε εγκατασταθεί κάτω από το τραπέζι κι εκμεταλλευόταν τις παράπλευρες απώλειες, λίγες σταγόνες λάδι εδώ, κάποιες τουλούπες άλευρου εκεί κι από σπόντα κανένα σβωλαράκι ζυμάρι, κι αλμυρό! Η πίτα – η κυρά του την ξεκινούσε ανοίγοντας δώδεκα μικρά πιτάκια  που με τέχνη  τα ξανάνοιγε ανά έξι σε ένα μονοκόμματο φύλλο – ήταν ήδη από ώρα στα σκαριά. Την αγαπούσε τη γριά ο γάτος κι ήταν αμφίπλευρα τα αισθήματα, από χρόνια γερνούσαν μαζί στο ίδιο σπίτι, οπότε συνειδητά ήταν τώρα πολύ διακριτικός, καθώς την έβλεπε να έχει φούριες και ξεσηκώματα. Ειδικά σήμερα την καμάρωνε ιδιαίτερα, έτσι που μετά από τόσο καιρό και παρά τις πλερέζες τ’ ουρανού έδειχνε στο τέρμα κεφάτη και του θύμιζε τα παλιά γκάζια της. Είχε προ ολίγου  ρυθμίσει μετά από χρόνια το ραδιοφωνάκι της πάλι στον G-Poly -παρά την κουρασμένη μνήμη της, όχι μόνο τον θυμήθηκε, αλλά και τον εντόπισε, τον γερόλυκο-. Τον άκουγε, δεν παρέλειπε ποτέ να επαναλαμβάνει του γάτου, από ερασιτέχνη και για να πούμε τα πράγματα με το όνομα που είχαν τότε, από ραδιοπειρατή. Πως πάντως κατάφερνε να εργάζεται δεξιοτεχνικά πάνω στο τραπέζι της κουζίνας και από κάτω τα πόδια της να χορεύουν αδιάλειπτα με τον ρυθμό, αυτό ήταν κάτι που δεν το είχε καταλάβει ο γάτος ούτε τα προηγούμενα χρόνια ποτέ.

Τώρα, αφού την είχε παρακολουθήσει πηγαινοερχόμενος να στρώνει το τραπέζι για εννιά, είχε ήδη πάρει θέση στην τραπεζαρία και μάλιστα, για να μη γίνει αντιληπτός, από τα πόδια των συνδαιτυμόνων πίσω από το μακρύ τραπεζομάντιλο, διάλεξε το κενό κάτω από την πλαϊνή βιτρίνα με τα γυαλικά και περίμενε το πέρας του συμποσίου, ώστε  να επιδοθεί στην γνωστή επιδρομή στο τάσι του, που σίγουρα θα το έβρισκε να ‘χει ξεχειλίσει από αποφάγια των συνδαιτυμόνων, για εκείνον γκουρμεδιές. 

Το κουδούνι χτύπησε τρεις φορές, πρώτα η κόρη με τον άντρα της και τα μεγάλα πλέον δίδυμα και αμέσως μετά ακριβώς στην ώρα του ο γιος με την από δεκαετίες καλή του. Τελευταίοι η μεγάλη εγγονή και το αγόρι της, σχετικά πρόσφατο, αλλά ήδη στέρεο ζευγαράκι με κοινό πάθος για το swing και τις μεταμεσονύκτιες αυτοσχέδιες χορευτικές βραδιές στον σταυρό της στοάς Πεσματζόγλου. Γρήγορα αραδιάστηκαν άναρχα γύρω από το τραπέζι και σχολίαζαν γελώντας την επανάληψη ενός από τα παροιμιώδη γεύματα στης γιαγιάς. Και το ότι ίσα που πρόλαβαν το ξέσπασμα του καιρού. Βγήκαν αμέσως τα ορεκτικά, οι σαλάτες και τα τυριά – το γεύμα ήταν οικογενειακό και το τραπέζι γέμιζε και άδειαζε άτακτα και χωρίς έγνοια για το σαβουάρ βιβρ -. Οι καλεσμένοι προσπαθούσαν, αν και χωρίς προηγούμενη μεταξύ τους συνεννόηση, να περιορίσουν την συζήτηση σε θέματα ευχάριστα και κατά τη γνώμη τους κατάλληλα για την ηλικία και την ξεκινημένη ήπια άνοια της μάνας και γιαγιάς τους. Σε μεγάλο βαθμό και το λεξιλόγιο. 

Με το που ήρθε η πιατέλα με την μοσχοβολιστή πρασόπιτα οι κουβέντες περιορίστηκαν σε βογκητά απόλαυσης. Η γιαγιά ως εκ θαύματος δεν είχε υποπέσει σε σφάλματα και παραλείψεις κατά την εκτέλεση και ευτυχώς είχε θυμηθεί να κρατήσει με επιμέλεια τα αδύναμα μαλλιά της σφικτά μαζεμένα και να τινάξει εκ των προτέρων κάθε υποψία τρίχας από τη σκούρα μπλούζα της. Η πίτα έλιωνε στα στόματα. Από την κουζίνα ευωδίαζε ο λαγός στιφάδο. Στο κρησφύγετό του ο γάτος δεν έβλεπε την ώρα να έρθει η σειρά του. Ωστόσο απρόοπτα του τράβηξε την προσοχή μια πρωτοφανής κατάσταση. Σύσσωμα τα δεκαέξι από τα δεκαοκτώ πόδια κάτω απ’ το τραπέζι άρχισαν πρώτα διστακτικά και γρήγορα ξέφρενα να ακολουθούν έναν, όλα τον ίδιο, άηχο ρυθμό και να χορεύουν όμοια με τα πόδια της γιαγιάς την ώρα της υψηλής της δημιουργίας. Το γεγονός σχολιάστηκε και πάνω από το τραπέζι, πρώτα με μια κάποια αιδώ από τον νεαρό, τον άτυπα επονομαζόμενο γαμπρό τους, που ζήτησε συγγνώμη για τα απείθαρχα πόδια του, αλλά μετά και από ολόκληρη την εμβρόντητη ομήγυρη, που διαπίστωνε την μόλυνση ενός έκαστου από έναν άγνωστο και πανίσχυρο χορευτικό ιό. Έτσι δεν πρόσεξαν την λάμψη της πρώτης αστραπής.

Δεν είναι τίποτα, παιδιά, ακούστηκε απολογητική η γιαγιά, μοιάζει να μου ξέφυγαν στο ζύμωμα κάμποσα vibes, the spirit of the boogie! Και συνέχισε ψιθυρίζοντας τους στίχους με τσαχπίνικα νέγρικη εκφορά, Cause when the boogie come to get you/ You ain’t got nowhere to go! 

Στο άκουσμα παιδιά και εγγόνια κοιτάζονταν ήδη με βλέμμα ανάμεικτης έκπληξης με συγκρατημένο τρόμο, ένα ελάχιστο κλάσμα χρόνου πριν πέσει πιο πέρα ο κεραυνός ασυγκράτητος. Μέχρι και τα γυαλικά κουδούνισαν από ταραχή. Ο γάτος ωστόσο μα και ο νεαρός ‘γαμπρός’ τη λάτρεψαν την γιαγιά! Είχε, βλέπεις, και το όνομά της το πρόσωπο δίπλα του κι ήδη εδώ και ένα τρίμηνο -ο ίδιος μάλιστα την ενθάρρυνε συστηματικά-  ψαχνόταν κουτσά στραβά τα σαββατοκύριακα στις μακεδονίτικες πίτες προτού βάλει το φουστάκι του χορού.

Φεύγοντας μήπως περπατήσουμε στη βροχή, της σφύριξε συνωμοτικά.

 


Η Πουπερμίνα (Μηχανικό Μολύβι) γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε στο Πολυτεχνείο του Μονάχου και ασκεί έκτοτε μάχιμα την αρχιτεκτονική στην Ελλάδα.  Από μικρή παίζει σκιτσάροντας και γράφοντας με μαύρα και χρωματιστά μολύβια, μέχρι που ανακάλυψε το μηχανικό και συνέχισε μ’ αυτό. Πιο συστηματικά γράφει από το 2011.
Είναι συντάκτρια και εικαστική επιμελήτρια του ιστολογίου “Μηχανικό Μολύβι – αμήχανες ιστορίες διά δικτύου https://technischerbleistift.blogspot.com/, όπου αναρτά αποκλειστικά δικά της κείμενα και στίχους. Συμμετοχές της έχουν δημοσιευθεί σε ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά και ιστολόγια, μεταξύ των οποίων τα*: *τοβιβλίο.net, Φρέαρ, Με ανοιχτά βιβλία, Diastixo και Bibliothèque.