Ειδωλολάτρες | Ναταλία Κατσού | Κάπα Εκδοτική, 2019

Κριτικό σημείωμα: Δημήτρης Τανούδης

 

«Ψάρια αποδημητικά»

Μαύρα ψάρια περιφέρονται
ζευγαρωτά πνιγμένα
ανταυγάζοντας την άμμο
ξέσκεπη

στα σωθικά της λίμνης
χορεύουν αψάρευτα·
στο μεταίχμιο ομοιοκαταληκτούν

Ίσως δεν είναι ψάρια πια
παρά κάποια αποδημητικά

Ίσως λοξοδρόμησαν
της αποδημίας τους
κι απλώς χαζολογούν
φτερολάμνοντας

τα μάτια τους ριζώνουν
τυφλά στου νερού το δέρμα 


***

Η γραφή είναι πάντα αυτοαναφορική διεργασία: όλα αναφέρονται στον εαυτό μας, πηγάζουν από αυτόν, κατατείνουν σ’ αυτόν, ακόμα κι αν εμείς δεν είμαστε σε θέση να προβλέψουμε πώς εκείνο που άρχισε από το εγώ θα επιστρέψει στο εγώ: τι θα καταλήξει να γίνει το έργο μετά τη διάπλασή του από την πραγματικότητα, από τους άλλους, τις αντιδράσεις των άλλων σε όσα εμείς καταθέσαμε ως γραπτή αντανάκλαση του προσώπου μας πάνω στο νερό.

Ασφαλώς, το εγώ που σκύβει πάνω στο νερό αναπλάθει επίσης τον καθρεφτισμό των άλλων: η μορφή μας περιέχει ήδη τις άλλες μορφές, είναι αδιαχώριστη από αυτές –οντολογικά και πολιτισμικά– δεμένη με αυτές μέσα από έναν ναρκισσιστικό ομφάλιο λώρο. Γιατί αυτό που θα καταλήξει κανείς να θαυμάσει, να αγαπήσει, ν’ αποστραφεί δεν γίνεται τελικά παρά να υπάρχει ήδη, ως εικόνα, στον εαυτό του.

Σκύβεις λοιπόν στο νερό και βλέπεις «μαύρα ψάρια [να] περιφέρονται / ζευγαρωτά πνιγμένα / ανταυγάζοντας την άμμο». Βλέπεις εκεί τον περιβάλλοντα κόσμο, την κίνηση και την ενέργειά του˙ βλέπεις τα ζεύγη, δηλαδή τη σύγκλιση, το σμίξιμο των όντων. Και βλέπεις το ανταύγασμα, μια παράξενη λέξη, που ενώ σημαίνει «λάμπω το δικό μου φως», σημαίνει και «αντανακλώ το έτερο φως», σαν έτσι να αποδίδει το διπλό νόημα της γραφής: το αυτό και το έτερο στην αμοιβαία τους αλληλεπίδραση. Κι ακόμα, βλέπεις εκεί ψάρια που είναι κιόλας πνιγμένα: βλέπεις έτσι την ανυπαρξία σε όσα εσύ, ο άνθρωπος που γράφει, έδωσες ύπαρξη.

Για να προβοκάρει τον δάσκαλό του, ο Αριστοτέλης έγραψε κάποτε ότι το Τείχος των Αχαιών ήταν ένα ον που ο Πλάτωνας κατασκεύασε κι ο ίδιος γκρέμισε. Υπάρχει όμως και στην ποίηση αυτό το Τείχος. Υπάρχουν τα όντα που κινούνται, ζευγαρώνουν και ανταυγάζουν –τόσο τον εαυτό τους όσο και τον κόσμο– αλλά υπάρχει κι ο θάνατός τους, η τελεολογική τους διάσταση. Όλα όσα βρίσκονται μέσα σε αυτό το ποίημα είναι πραγματικά, ναι. Και συγχρόνως, όπως τα ποτάμια του Ηράκλειτου, δεν θα υπάρχουν την επόμενη στιγμή, θα ’ναι πια σκιές του εαυτού τους, χωρίς ζωικό περιεχόμενο, καθρεφτισμοί της μνήμης: είδωλα.

Κι όμως, είναι μέσω της ποίησης –το σκεφτόμουν από καιρό αλλά η συλλογή της Ναταλίας Κατσού με έκανε να το θυμηθώ με ιδιαίτερη ένταση– είναι μέσω της ποίησης που μας δίνεται η ευκαιρία να λατρεύουμε αυτά τα είδωλα ακριβώς ως κάτι εκ φύσεως περαστικό. «Ίσως δεν είναι ψάρια πια / παρά κάποια αποδημητικά». Να λατρεύουμε την αδυναμία μονιμότητάς τους, την ίδια την αποδημητική τους ουσία.

Υπό μια έννοια μάλιστα, αυτό που προσφέρεται ως αντικείμενο λατρείας από την ποίηση είναι λιγότερο το ον καθ’ εαυτό, περισσότερο το είδωλό του. Και τότε, όταν κανείς το συνειδητοποιεί, νιώθει για παράδειγμα να διαβάζει τις περιπέτειες του όντος Αχιλλέα και συγχρόνως τις ομολογίες του ειδώλου Αχιλλέα στον Κάτω Κόσμο. Είναι τότε σαν να βλέπεις αυτό το ον στην ύψιστη στιγμή της έπαρσης, όταν απειλούσε να τα βάλει με τον ποταμό της Τροίας και μαζί να βλέπεις μια σκιά που ’χει ξεβραστεί από τον άλλο, τον υπόγειο ποταμό, βεβαιώνοντας πια τον Οδυσσέα ότι θα προτιμούσε να ’χε ζήσει ως υποτακτικός ενός άκληρου.

Πιστεύω ότι το είδωλο λαμβάνει κεντρικότερη θέση στη μνήμη συγκριτικά με το ον. Γιατί η μνήμη, η ίδια η μνήμη, τι άλλο είναι παρά ένας θρήνος της απώλειας; Θυμόμαστε όσα έγιναν ή όσα θα μπορούσαν να είχαν γίνει. Σημασία έχει όμως ότι θυμόμαστε όσα δεν υπάρχουν πια.

Πώς αλλιώς όμως θα λειτουργούσε η μνήμη και τι άλλο θα μπορούσε να περιέχει όταν εμείς, ο ίδιος μας ο εγκέφαλος, υπάρχει διαρκώς υπό την επίγνωση της μέλλουσας ανυπαρξίας; Γνωρίζοντας ότι θα γίνουμε κι εμείς είδωλα μέσα στις μνήμες των άλλων, προετοιμάζουμε τον εαυτό μας, ανακαλώντας όσα υπήρξαμε. Κι αν η ποίηση διαφέρει από τις άλλες προσπάθειες του ανθρώπου να προετοιμαστεί ψυχικά για το θρήνο του εαυτού του, είναι ακριβώς γιατί εμβολίζει σ’ αυτό το θρήνο την ενέργεια της λατρείας.

Η εκτροπή του εγκεφάλου προς την πολιτισμικά αδιανόητη ιδέα ότι όχι μόνο δεν αρνούμαστε το πέρασμα κάθε όντος στην κατάσταση του ειδώλου αλλά κι ότι είναι εφικτό να θαυμάζουμε αυτή τη μοίρα της ειδολοποίησης, λατρεύοντας έτσι τις εικόνες που έχουμε ήδη κατοικήσει, όλα αυτά τα μνημονικά φαντάσματα: να ποια είναι ίσως η πυρηνική ιδέα της ποίησης. Και το βιβλίο αυτό τη θέτει στο κέντρο του και την υπηρετεί αισθητικά.

Τόσο στην αρχή όσο και στην ιστορική της εξέλιξη, η ποίηση τείνει να παραδίδει τα είδωλα σε κατάσταση εξωραϊσμού, περιγραφικής αποθέωσης. Συγγενεύει με τη θρησκευτική λατρεία, καθώς και τα δικά της αγάλματα, οι εικόνες, τα ομοιώματα έχουν συλληφθεί μέσα στις πλέον μεγαλειώδεις τους διαστάσεις. Εδώ όμως βρίσκεται ένας κρίσιμος διαχωρισμός. Γιατί υπάρχει έκτοτε η ποίηση που κινείται από κάτω προς τα πάνω, από τη γλώσσα των ανθρώπων προς την αιθέρια γλώσσα των θεών. Και υπάρχει κι εκείνη που κινείται αντίρροπα, από πάνω προς τα κάτω, βεβηλώνοντας τη γλώσσα των θεών ώστε να μιλήσει ανθρώπινα.

Προτιμώ την ποίηση που κινείται από πάνω προς τα κάτω – την ποίηση της Ναταλίας Κατσού. Γιατί μπορεί τα πρόσωπα του βιβλίου (τα τοπωνύμια, οι παραστάσεις, τα εννοιολογικά στοιχεία) να απαντούν στην ελληνική μυθολογία, σ’ έναν νοητικό χώρο όπου κυριαρχεί το ιδεώδες, αλλά γρήγορα τα βλέπει κανείς να κατέρχονται προς τα ανθρώπινα, προς τα πεζά, τα ασήμαντα. Και χωρίς να ισχυρίζομαι ότι η ποιήτρια διαλύει το μυθολογικό της φορτίο μέσα στο ρεαλισμό της καθημερινότητας, νιώθω κι εδώ το συναίσθημα που μετέδωσε ο Χρόνης Μπότσογλου με τα «Είδωλα Καμόντων» – μια ανάπλαση του θεϊκού μέσα στο πεδίο του ανθρώπινου.

Με άλλα λόγια, όταν θα φέρνω στη μνήμη τα είδωλα των πνιγμένων ψαριών, η μόνη εικόνα που θα βλέπω θα γεννιέται από τη λέξη χαζολογούσαν. Αυτές δεν είναι όμως οι στιγμές που θυμόμαστε ήδη από τα είδωλα των άλλων; Οι στιγμές που θυμούνται οι άλλοι από τα δικά μας είδωλα; Φαίνεται ότι η ποίηση γίνεται σημαντική όταν μπορεί όντως να μετατρέπει το ασήμαντο σε αντικείμενο λατρείας.

«Τσαλακωμένη ηχώ»

Ένα κοπάδι κύκνοι
που ξεμακραίνουν
τον λαιμό τους αφύσικα
                        για να εννοήσουν
την ήσυχη καταστροφή

–εγκεφαλικός προγναθισμός
προτάσεις τσαλαπετεινών με σύνδρομο ανωτερότητας–

η παραφωνία που σέρνεται
ξέπλεκη από τις σκέψεις
και λίγο-λίγο ξηλώνεται
σε συλλαβές.

Εκείνος κυρτός και θνητός διαθλάται
εναγωνίως κρεμάμενη από τα χείλη σου εγώ
τσαλακωμένη Ηχώ

παραδέρνοντας
            επαναλαμβάνομαι
                        κι εξανεμίζομαι

 

Η ίδια μας η ζωή, ιδωμένη μέσα στην απεραντοσύνη του κόσμου, προορίζεται να καταλήξει στην ασημαντότητα, στην «τσαλακωμένη ηχώ», στο «κι αυτό ήταν», «κι αυτό ήταν».

Το να νιώθεις όμως την ασημαντότητα ως κάτι φευγαλέα μεγαλειώδες ίσως αρκεί τελικά για να δικαιώσει την ανάγκη μας να γράφουμε και να διαβάζουμε ποίηση.

 

Ναταλία Κατσού – Ειδωλολάτρες - Κάπα Εκδοτική, 2019