Φιλιέττα Μιχαλακάκου | Παζλ

Διήγημα: «Εκείνη ως παζλ» 

Γράφει η Φιλιέττα Μιχαλακάκου 

 

Ένα άγαλμα, από αυτά που κοσμούν επώνυμους τάφους, κρατά κρεμασμένο με το δεξί του χέρι το δικό μου.

Το βαστά με τα ακροδάχτυλα σαν κάτι αηδιαστικό, αλλά και σαν κάτι πολύτιμο χωρίς να του επιτρέπει ν’ αποδράσει.

Πάνω στο διαβρωμένο μάρμαρο εγώ γαντζωμένη, ξυπόλυτη και γυμνή. Κανένα μόριο ύλης δεν υποχωρεί για να χωθούν μέσα τα νύχια μου.

Συνήθως, μεγεθύνομαι με τα ασήμαντα και συρρικνώνω τα ευμεγέθη. Γλιστρώ και πέφτω στα ήδη φθαρμένα τετράγωνα πλακάκια μιας πλατείας.

Μια μοναδική Γλυκίνη, κλεμμένη από γιαπωνέζικο πάρκο λουλουδιών, έχει χωρέσει στην τσέπη της ζακέτας μου.

Πού και πού χώνω κρυφά μέσα της το χέρι, για να την αισθάνομαι, μόνο και μόνο για επιβεβαίωση. Το ίδιο κάνω και με τα κλειδιά του αυτοκινήτου. Όχι, όμως και με του σπιτιού.

Στο πολύβουο άλσος υπάρχουν αμίλητα δέντρα που βουτούν σε χρώματα σκαρώνοντας μόνα τους κλαριά, φυλλωσιές και μια κούνια από εκείνες τις παλιές, με τριχιά και ξύλο γεμάτο αγκίθες.

Συνήθως εκεί πάνω με πιάνεις καθιστή και γελώντας βηματίζεις προς τα πίσω ρίχνοντας όλο σου το βάρος στις φτέρνες –αποφεύγοντας την έκθεση τουλάχιστον δημοσίως– εκείνης, της αχίλλειας.

Και ύστερα, απότομα με αφήνεις στη μοίρα αντοχής του σκοινιού. Εσύ χαζεύεις, φοβάσαι, φυσάς τη μύτη σου, κλαις ή ξύνεις τους όρχεις σου.

Δεν μπορώ να γνωρίζω. Εγώ μόνο κουνώ τα πόδια πάνω κάτω. Πάνω και κάτω να πάω πιο ψηλά υποκρινόμενη ένα καθωσπρέπει social victim.

Τι σημαίνει ονειρική γοητεία, παρά μία άλογη πράξη. Θα μπορούσα, λοιπόν, να γοητευτώ κι από ένα βομβαρδισμό οργασμών παράλογης ηλιθιότητας.

Ναι. Γιατί όχι; Αφού εδώ και χρόνια με διαπερνούν –αν αφεθώ– εφιάλτες. Τα όνειρα έρχονται μόνο όταν είμαι ξύπνια, με μάτια ορθάνοιχτα — μετά τη χρήση κολλύριων.

Να επανέλθω διατάζεις κουνώντας μπροστά μου ένα ρολόι αντίκα. Κι εγώ, σαν με σκουντάς, τραντάζομαι από το χτύπημα του αγκώνα στις νόθες πλευρές μου.

Πονάω πολύ. Ναι, το ομολογώ· τώρα που είναι νωρίς είναι και προτιμότερο.

Γι’ αυτό βυθίζομαι ταχύτατα στην επιλογή της δικής μου εμμονής.

«Σκέπασέ με καλά» σου λέω «μόνο αν δεις τα μάτια μου να τρεμοπαίζουν».

«Μείνε ξύπνιος».

«Νανούρισέ με».

Άνευ αυθορμησίας το ένα όνειρο ζει κρυμμένο μέσα σε άλλο όνειρο. Και το άλλο όνειρο ως ξενιστής σε κάποιο άλλο.

Σκαρφαλώνω όλο και με μεγαλύτερη δυσκολία κι έχοντας πάντα το χέρι στην τσέπη κάθομαι πάνω στο τεράστιο κεφάλι σου.

Ένα όνειρό μέσα σε ένα άλλο όνειρο. Και το άλλο όνειρο ζει κρυμμένο. Κι εκεί μένω. Κι εδώ σταματώ μαζεύοντας τα κομμάτια μου.

 

Το διήγημα προέρχεται από το βιβλίο της Φιλιέττας Μιχαλακάκου, «Παζλ», εκδόσεις Ιωλκός.

https://iolcos.gr/eshop/titlos/pazl/