Ρένα Λασπίτη | Βροχερή Δευτέρα με περιορισμένη ορατότητα

© Louis Stettner

Ένα βροχερό πρωινό Δευτέρας είχε ξημερώσει στην πόλη. Τα αυτοκίνητα πήγαιναν σημειωτόν λόγω της περιορισμένης ορατότητας, αλλά δεν ήταν αρκετό για να αποφευχθούν τα λάθη. Κάθε λάθος εκτίμηση και ένα ατύχημα, μέχρι να φτάσει στη δουλειά της είχε μετρήσει τέσσερα. Έφτασε μετά από μία ώρα και σαράντα πέντε λεπτά. Κατέβηκε απ΄ το αυτοκίνητο με αγκυλωμένα πόδια από το συνεχές μοτίβο της πρώτης ταχύτητας που διαδεχόταν μόνο τη δεύτερη, βαριεστημένη και κακόκεφη από το πρωινό της ταξίδι που δεν οδηγούσε σε κανένα μέρος με θάλασσα, ήλιο ή εικόνες φύσης. Άνοιξε την ομπρέλα, χώθηκε από κάτω της και κατευθύνθηκε προς τη μικρή καφετέρια, απέναντι ακριβώς από το γκρι κτίριο που δούλευε για να πάρει τον δεύτερο πρωινό της καφέ.

Τον παρήγγειλε, άναψε τσιγάρο και περίμενε. Το βλέμμα της πλανήθηκε έξω. Ο ουρανός γεμάτος από σύννεφα, σίγουρα θα έριχνε πολύ νερό ακόμα. Έκλεισε τα μάτια της και τράβηξε μια ρουφηξιά απ΄το τσιγάρο της. Όταν τα ξανάνοιξε κάτω από ένα μαύρο σύννεφο είδε τον Γιώργο να έρχεται με το δικό του αργό τρόπο.

Ο Γιώργος ήταν συνάδελφός της, οικονομολόγος όπως και εκείνη και ο οικονομικός διευθυντής της εταιρείας. Παντρεμένος πολλά χρόνια, είχε ένα γιό και μια κόρη. Είχαν συνεργαστεί αρκετές φορές στο γραφείο και είχε εκτιμήσει σ΄αυτόν πόσο έξυπνος, σεμνός και καλοσυνάτος ήταν εν αντιθέσει με αρκετούς συναδέλφους της, που κάποιοι από αυτούς ήταν κακοί με τελεία ενώ άλλοι παραπαίαν ανάμεσα στο καλό, στο κακό και τη βλακεία,. Σήκωσε το χέρι της ψηλά, τον χαιρέτησε και του έκανε νόημα να κάτσει μαζί της. Την είδε, την πλησίασε με το δικό του αργό τρόπο, όταν έφτασε κοντά της έβαλε το χέρι του στα μαλλιά της ανακατεύοντάς τα τρυφερά. «Ο καφές της δικός μου, φώναξε στο κορίτσι πίσω από τον πάγκο». «Πως πήγε το Σαββατοκύριακο;», τη ρώτησε, και ξεκίνησαν να μιλούν.

Μαζί του δεν ήταν τυπική, μίλαγε περισσότερο από ότι με τους υπόλοιπους συναδέλφους της, ήταν ο εαυτός της, τις άρεσαν οι συζητήσεις τους, και η μεταξύ τους οικειότητα. Ο Γιώργος εκτός από καλό χαρακτήρα είχε και χιούμορ, χαρακτηριστικό που εκτιμούσε πολύ.

Ήταν ο μόνος που του είχε εκμυστηρευτεί ότι είχε χωρίσει και ότι συνέχιζε να φοράει τη βέρα της στο γραφείο για να αποφύγει ανεπιθύμητες αντρικές προσεγγίσεις. Εκείνος όταν του το είχε πει γέλασε με την καρδιά του λέγοντάς της «…όποιος καεί στο χυλό φυσάει και το γιαούρτι ε; Πάντως να ξέρεις με τι βέρα γίνεσαι πιο επιθυμητή, δεν έχεις ιδέα πόσο μαλάκες είμαστε οι άντρες», του είχε πει και το παράπονό της για τον πατέρα της κόρης της που δεν την έβλεπε τόσο συχνά όπως το μικρό κοριτσάκι της επιθυμούσε.

Εκείνος εν αντιθέσει με τον πρώην άντρα της πρέπει να ήταν καλός οικογενειάρχης, πάντα μίλαγε με αγάπη για την οικογένειά του. Η μεγάλη του αδυναμία όμως ήταν η μικρή του κόρη. Πήγαινε Δευτέρα γυμνασίου και πάντα μίλαγε για εκείνη με μεγάλο ενθουσιασμό. Ήταν καλός πατέρας και δεν αρνιόταν τις απλές καθημερινές ευθύνες που αφορούσαν την οικογένειά του. Εκείνος πήγαινε την κόρη του το πρωί στο σχολείο και μετά ερχόταν κατευθείαν στη δουλειά. Την πήγαινε και το απόγευμα σε ότι εξωσχολική δραστηριότητα και αν είχε, πραγματικά θαύμαζε το πόσο υποστηρικτικός ήταν.

Γύρω της οι περισσότεροι άντρες που γνώριζε αν ήταν από αυτούς που έφερναν αρκετά χρήματα στο σπίτι ή θα απαξίωναν τέτοιου είδους δουλειές ή θα είχαν ερωμένη.  Ακριβώς σαν τον άντρα της δηλαδή.  Το μόνο που ήξερε να κάνει για αυτήν και την κόρη της ήταν να δίνει χρήματα, κάτι που στο κάτω κάτω δεν ήταν και το ζητούμενο, εκείνη έβγαζε τόσα ώστε μπορούσε να ζήσει άνετα και τον εαυτό της και το παιδί της.

Αφού ήπιαν τους καφέδες τους σηκώθηκαν, ο Γιώργος πλήρωσε και πήρε τα ρέστα,  μέσα απ΄το χέρι του όμως δύο κέρματα των δύο ευρώ γλίστρησαν και έπεσαν κάτω. Κοίταξε το πάτωμα στιγμιαία με πανικό. Όταν σήκωσε τα μάτια του προς εκείνη  μια άλλη, ψύχραιμη ματιά διαδέχτηκε την προηγούμενη. «Αφού έπεσαν κάτω, τώρα πια είναι του μαγαζιού», είπε χαμογελαστός. Με μια γρήγορη κίνηση εκείνη έσκυψε τα έπιασε και τα έβαλε στη τσέπη του σακακιού του: «Γιώργο είσαι πολύ γενναιόδωρος!», του χαμογέλασε με προσποιητή αφέλεια, τον χαιρέτησε και κατευθύνθηκε προς το κτίριο της δουλειάς της.

Στο δρόμο τον σκεφτόταν, σκεφτόταν το ύφος του όταν έπεσαν κάτω τα κέρματα, σίγουρα δεν τον ένοιαζαν καθόλου. Τον πλήγωνε ότι δεν μπορούσε να σκύψει να τα πιάσει, να κάνει μια κίνηση αυτονόητη, μια κίνηση που θα έκανε ο καθένας, μια κίνηση που ο καθένας δεν ήξερε πόσο πολύτιμη είναι για κάποιους άλλους. Βλέπεις ο  Γιώργος δεν ήταν ο καθένας. Είχε μια σωματική αναπηρία από γεννησιμιού του στο δεξί του πόδι το οποίο σχεδόν το έσερνε όταν περπατούσε.  Εξάρθρωση αριστερού ισχίου με ανισοσκελή άκρα εκ γενετής με το δεξί του πόδι  να διαφέρει κατά αρκετούς πόντους από το άλλο. Ένα πόδι παράταιρο, αιρετικό, με δικούς του κανόνες που έκανε το περπάτημά του διαφορετικό, αργό, βασανιστικό για όλο του το σώμα.

Η λύπη για την ατυχία, την αδικία που έβλεπε, αντιμετώπιζε κάθε στιγμή στη ζωή της, είχε αντικαταστήσει την πρωινή της βαρεμάρα.

Χτύπησε την κάρτα της για να μπει. Η πόρτα του γκρι κτηρίου άνοιξε και αντίκρισε τον φύλακα ασφαλείας μαζί με τον επικεφαλής ασφάλειας όλου του κτηρίου, τον Γιώργο Νικολάου. Ήταν ένας γεροδεμένος και εμφανίσιμος άντρας. Όταν είχε πρωτοέρθει εκτός από καλός και υπεύθυνος στη δουλειά του της είχε φανεί συμπαθητικός, στην πορεία αποδείχτηκε αλαζόνας, το μαρτυρούσε κάθε τι πάνω του πια, μια περίσσια αυτοπεποίθηση που δεν ήξερε από που πηγάζει, ένα αρσενικό παγώνι που δεν μπορούσε  να κρυφτεί. «Καλημέρα Γιώργο», του είπε σοβαρή. «Καλημέρα», της απάντησε χαμογελώντας επιτηδευμένα, επιδεικνύοντάς της τη λευκή και ίσια οδοντοστοιχία του που σίγουρα πίστευε ότι έχει πέραση στο γυναικείο φύλλο. « Να προσέχεις την χρήση των λευκαντικών ουσιών στα δόντια, έχουν ενοχοποιηθεί ως καρκινογόνες». Ο τύπος γέλασε δυνατά,  δυστυχώς δεν έμεινε μόνο στην καλημέρα, συνέχισε: «Μια γυναίκα σαν εσένα να χαριεντίζεται με τον  κουτσό….μόνο σ΄αυτόν χαμογελάς έτσι….να τον προσέχεις τον κουτσό, σιγανό ποταμάκι μου φαίνεται». Τον κοίταξε με μίσος, ύστερα του γύρισε την πλάτη της και μπήκε στο ασανσέρ.

Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη του ασανσέρ, το πρόσωπό της παγωμένο, κούνησε τον ώμο της νευρικά και ίσωσε το σακάκι της. Ένα κουμπί είχε πατηθεί μέσα της, ένα κουμπί που ενεργοποίησε την δίκαιη πλευρά της. Έτσι πίστευε.

Μπήκε στο γραφείο, ο ήχος των τακουνιών της σταμάτησε, τον κατάπιε το πλούσιο πέλος της μοκέτας. Προχώρησε κατευθείαν στο γραφείο του Διευθυντή της Διεύθυνσης. Αφού τον καλημέρισε σύντομα, του είπε: «Κώστα υπάρχει κάτι για το οποίο πρέπει να ενημερωθείς άμεσα. «Σε ακούω», της είπε εκείνος δίνοντάς της όλη την προσοχή του. Κάτι πρέπει να κάνουμε με το Γιώργο το Νικολάου, τον επικεφαλής ασφαλείας του κτιρίου. Υπάρχει σοβαρό ηθικό πρόβλημα μαζί του. Τι εννοείς; Tην ρώτησε. Μια συνάδελφος την προηγούμενη εβδομάδα μου είπε εμπιστευτικά ότι την παρενοχλεί… όπως έχει κάνει και με μένα επανειλημμένως….. δεν ήθελα να δώσω έκταση στο θέμα αλλά πιστεύω ότι το σωστό είναι να απομακρυνθεί από την εταιρεία. Ξέρω ότι είναι πολύ καλός στη δουλειά του αλλά δεν φτάνει μόνο αυτό, τέτοιου τύπου συμπεριφορές πρέπει να τιμωρούνται». Την κοίταξε, μέτρησε το σοβαρό και τυπικό ύφος της. Ήταν αξιόπιστη, το είχε διαπιστώσει σε όλη τη διάρκεια της μέχρι σήμερα επαγγελματικής τους σχέσης. Η κρίση της σωστή, δυο φορές στο παρελθόν τον είχε γλυτώσει από λάθη που έκανε κατά τη διάρκεια εσωτερικού ελέγχου που σίγουρα θα τον έβαζαν σε σοβαρούς μπελάδες, ήταν το δεξί του χέρι, πόνταρε σ΄ αυτήν. Έκανε ένα νεύμα καταφατικό με το κεφάλι του κοιτάζοντάς την, «Θα το δω και θα σε ενημερώσω», της είπε τελικά.

Τρεις εβδομάδες μετά περπάταγε προς το γραφείο, ήταν Παρασκευή, οι περισσότεροι μισθωτοί είναι χαρούμενοι την Παρασκευή, εκείνη όμως δεν ήταν, το προηγούμενο βράδυ ένας καυγάς με τον πρώην άντρα της της είχε ταράξει. Δεν ήταν και ο Γιώργος στο γραφείο να το συζητήσει μαζί του, έλειπε όλη την εβδομάδα, είχε πάρει άδεια για να τακτοποιήσει κάποια κληρονομικά ζητήματα που είχε.

Όταν χτύπησε την κάρτα της, αντίκρισε το φύλακα ασφαλείας στην είσοδο μαζί με έναν άλλο κύριο που από ότι πληροφορήθηκε από το φύλακα ήταν ο νέος επικεφαλής ασφαλείας του κτιρίου. Ένιωσε μια δικαίωση, σκοτεινή, αλλά παρέμενε δικαίωση. Προχώρησε προς το ασανσέρ ψιθυρίζοντας απολύτως ικανοποιημένη «στα τσακίδια μαλάκα».

Μπήκε στο γραφείο της, μόλις κάθισε είδε δύο αναπάντητες κλήσεις από τον Διευθυντή της. Πήγε κατευθείαν στο γραφείο του, «καλημέρα Κώστα, είδα τις κλήσεις σου». Κάθισε της είπε,  έχω να σου πω ένα νέο, ήταν ανήσυχος, νευρικός.

«Ο Γιώργος δεν θα ξαναέρθει στην δουλειά, απολύθηκε». «Ναι το ξέρω, είδα αυτόν που πήρε τη θέση του πρωί, μου τον σύστησε ο φύλακας. Κώστα έκανες αυτό που έπρεπε», πήγε να συνεχίσει αλλά τη διέκοψε. Δεν μιλάω για το Γιώργο τον Νικολάου, αυτός ήταν δεδομένο ότι θα απολυθεί, του κοινοποιήθηκε ο λόγος της απόλυσής του, πήρε τη νόμιμη αποζημίωση του και έφυγε». «Για ποιόν μιλάς τότε;» «Για τον Γιώργο το δικό μας, που έχει το κινητικό πρόβλημα. Εχτές το απόγευμα με πήρε τηλέφωνο η γυναίκα του. Από το κλάμα της σχεδόν δεν καταλάβαινα τι έλεγε. Άκουσε με ψύχραιμη. Τι εννοείς; Tι έπαθε ο Γιώργος, μου είπε πως παίρνει άδεια γιατί είχε να τακτοποιήσει ένα κληρονομικό ζήτημα…Πες μου, είναι άρρωστος; Είπε δυνατά, και πετάχτηκε από την καρέκλα της.

« Όχι ακριβώς, ηρέμησε, κάτσε και άκουσε. Η κόρη του Γιώργου τον τελευταίο καιρό δεν ήταν καλά, δεν είχε όρεξη, είχε χάσει αρκετό βάρος, ήταν θλιμμένη ή πολύ θυμωμένη. Σταμάτησε σταδιακά τις εξωσχολικές της δραστηριότητες και μετά το σχολείο που γύρναγε σπίτι δεν ήθελε να μιλάει σε κανέναν,  πήγαινε στο δωμάτιο της και κλειδωνόταν. Η μητέρα της προσπαθούσε να καταλάβει τι της συνέβαινε τους τελευταίους δύο μήνες, το απέδιδε στην εφηβεία της και προσπαθούσε να την πλησιάσει και να τις εκμαιεύσει τα όποια προβλήματα αντιμετώπιζε.  Ευτυχώς τα κατάφερε. Της εξομολογήθηκε ότι ο πατέρας της τη βιάζει τον τελευταίο ενάμιση χρόνο. Η γυναίκα του Γιώργου πήρε την κόρη της,  πήγε στην αστυνομία και τον κατήγγειλαν. Ο Γιώργος εχτές προφυλακίστηκε με την κατηγορία για τον κατ’ επανάληψη βιασμό της κόρης του.»

Έφυγε από το γραφείο σχεδόν τρέχοντας, ήθελε να πάει σπίτι της. Βγήκε έξω από το γκρι κτίριο, έτρεμε ολόκληρη, δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που άκουσε πριν λίγο. Της φαινόταν αδιανόητο, τρελό, ήταν εντελώς σοκαρισμένη και δεν ήξερε τι να σκεφτεί. Έβγαλε τα κλειδιά της τρεμάμενη καθώς πλησίαζε στο αυτοκίνητο της αλλά μόλις το είδε μια άναρθρη κραυγή βγήκε απ’ το στόμα της.

Το αυτοκίνητο της ήταν γεμάτο από βαθουλώματα και βαθιές χαραγματιές. Από την πλευρά του οδηγού κάποιος είχε χαράξει με μεγάλα γράμματα: «Kαριόλα». Έκλεισε το στόμα της με την παλάμη της, μέσα σε ένα γενικευμένο πανικό που την είχε κατακλύσει προσπάθησε να σκεφτεί ποιος μπορεί να το έκανε, δεν της πήρε πάνω από λίγα δευτερόλεπτα να τον βρει. Άρχισε να βρέχει, ένιωσε αδύναμη, τα κλειδιά έπεσαν απ’ το χέρι της, κοίταξε γύρω της, άγνωστοι άνθρωποι περπάταγαν βιαστικοί, το τεράστιο γκρι κτίριο απέναντί της λες και μεγάλωσε, σε λίγο θα την πλάκωνε, κοίταξε σαν χαμένη τον ουρανό, κάποιος γέλαγε μαζί της, θα έπαιρνε όρκο πως άκουσε το δυνατό γέλιο του.

*


Η Ρένα Λασπίτη γεννήθηκε στην Αθήνα. Στην εφηβεία  ξεκίνησε να γράφει παραμύθια και διάφορα κείμενα που άλλοτε τελείωναν και άλλοτε όχι. Διάβαζε Τομ Ρόμπνς, Μίχαελ Έντε, Πάτρικ Ζισκίντ, Νίκο Καζαντζάκη, Νίκο Καββαδία, Τσαρλς Μπουκόφσκι και οτιδήποτε άλλο έπεφτε στα χέρια της που έκανε τα μάτια της να γυαλίζουν. Σπούδασε Εμπορία και Διαφήμιση στο ΑΤΕΙ Αθηνών και Διοίκηση Επιχειρήσεων στο Bournemouth University στην Αγγλία. Εργάστηκε πέντε χρόνια στη διαφήμιση ως κειμενογράφος και μετά στο χώρο των Τραπεζών όπου βρίσκεται μέχρι και σήμερα. Τα τελευταία δύο χρόνια παρακολουθεί σεμινάρια δημιουργικής γραφής και έχει ξεκινήσει να γράφει διηγήματα. Πρόσφατα διήγημά της διακρίθηκε στο διεθνή λογοτεχνικό διαγωνισμό της Eyelands και εκδόθηκε σε συλλογικό τόμο από τις εκδόσεις παράξενες μέρες.