Βασίλης Μάστορας | Η μέθη του νόστου

© Giuseppe Cavalli

Η ιστορία γνωστή. Ο διάδοχος ξέχασε, μέσα στη μέθη της νίκης, να αλλάξει το πανί. Να αντιστρέψει το μίζερο, βαρύ σα θειάφι μαύρο, σε αυτό το γλυκό, απαλό και καθαρό λευκό. Ίσως να αγνόησε τα κακαρίσματα των κρητικών πτηνών. Ενδεχομένως να τα χλεύασε. Μετά, όλα για μετά.

Το ταξίδι της επιστροφής είχε τα πάντα. Περιπαικτικά σχόλια μεταξύ των συνοδοιπόρων, άπειρες μορφές γέλιου — πόσα γέλια! Ένα μωσαϊκό από φωνές που οδηγούσε σε μια αναγκαία διχοτόμηση ανάμεσα στο άτομο και το σύνολο, στο σημείο όπου παύεις να είσαι ο σύμβολο και απλώς υπάρχεις. Χωρίς φανφάρες. Απλώς είσαι. Αυτό έπραξαν και οι επιβαίνοντες, με πρωτεργάτη τον Θησέα. Γελούσαν και, προφανώς, κανείς δεν μπορούσε να τους κατηγορήσει γι’ αυτό. Σκότωσε ολόκληρο θεριό, δεν δικαιούται λίγη χαρά;

Είχαν μέρες να ακούσουν τον φλοίσβο. Δεν θα αργούσαν. Αγάλι-αγάλι έφταναν στη στεριά, εκεί όπου ο βασιλιάς Αιγέας ανέμενε, ελπίζοντας να γίνει αγγελιοφόρος χαρμόσυνης είδησης. Θα έσμιγαν ξανά πατέρας και γιος, ύστερα από τόσο καιρό. Δεν ήταν μόνο ο χρόνος, ωστόσο. Η αλλαγή ελέω συγκυριών, καταστάσεων και εμπειριών τους απομάκρυνε. Σαν να κόπηκε το κλαδί που ένωνε τα δυο τους δέντρα. Οι ρίζες παρέμεναν εκεί, αμετακίνητες, αλλά αυτό το μικρό κλαδάκι με τα ελάχιστα φύλλα είχε πέσει καταγής. Ο Θησέας ανυπομονούσε να γυρίσει, μήπως και το βρει. «Κάπου θα έχει παραπέσει, θα το αναζητήσω μαζί με τον πατέρα. Μετά, όλα για μετά.»

Ούτε ο Διόνυσος δεν θα έπινε τόσο κρασί! Η οχλοβοή είχε μια γλυκύτητα. Τις αναγνωρίζεις τις καλές φωνές — αυτές που θέλουν να φωνάξουν στον κόσμο και στον εαυτό τους πως το υποκείμενο αντέχει, πως είναι χαρούμενο. Οι κούπες είχαν μεθύσει οι δύσμοιρες. Ο πάτος δεν έμεινε ούτε δευτερόλεπτο δίχως οίνο. Δεν παραπονιόντουσαν, όμως. Θα ξεκουράζονταν τώρα που θα γύριζαν στο σπίτι. Θα τις έπλεναν σχολαστικά οι υπηρέτες, θα τις σκούπιζαν —ειδικά εκείνο το σημείο που προεξέχει και είναι ευαίσθητο στη συσσώρευση αλάτων— και στο τέλος θα κλείνονταν στο κελάρι. Μέχρι το επόμενο ταξίδι.

Οι κούπες, με αυτό το χρυσαφί τους χρώμα στα όρια του προκλητικού, συνδέονταν παράδοξα με τα πανιά του πλοίου. Μια σύμμειξη χρυσού και μαύρου που ξεκούραζε τα μάτια, σκεπάζοντάς τα με ένα πέπλο πένθιμης γοητείας. Δεν επρόκειτο για σπουδαία πανιά. Ίσα-ίσα να βοηθούν στην πλεύση. Πού να ήξεραν τα καημένα πως μόλις τα αντίκριζε κάποιος από τη στεριά, θα έπνεε τα λοίσθια.

 


Ο Βασίλης Μάστορας γεννήθηκε το 2004 και κατοικεί στα Γιάννενα, όπου και σπουδάζει Ψυχολογία. Έχουν εκδοθεί οι ποιητικές του συλλογές  «Ποίηση – Αντίδοτο στα τετριμμένα» (Εκδόσεις Κούρος, 2025) και «Οριγκάμι» (Εκδόσεις Κούρος, 2026), ενώ κείμενά του έχουν δημοσιευθεί σε ηλεκτρονικά περιοδικά. Όταν δεν γράφει, παρακολουθεί ελβετικό κινηματογράφο.