Κωνσταντίνα Καλογεροπούλου | Τέσσερα ποιήματα

© Ghang Chao-Tang

Ίκος, περιμετρικά

Στο φως του Αλδεβαράν, συστολικά
πολύτιμος πάπυρος οδεύει
πέρα απ’ τον ορίζοντα και ψέλνει,
πως αλλαξοπίστησε όταν τα κύματα αναπαύθηκαν
και η θάλασσα ανέδυε πραότητα και λύπη.
Τ’ αλάτι δεν νοθεύει το μελάνι του, ψέγει σιωπηλά,
του κόσμου τις ευχές για το νησί τους.

Είθε ο δήμαρχος του όρμου,
πνεύμα ασάλευτο να σέρνει και μεράκι.
Αχινούς και μέλισσες να μην τρομάζει,
ιστορία, παράδοση και δάση να φυλάσσει
καρτερικά τον Κίμων να προσμένει,
ως το ηλιοβασίλεμα στη Γιούρα.

Είθε ο πειρατής ο Μαυρογιάννης,
δίκαιος καπετάνιος και σκληρός,
να αλαφρύνει την καρδιά του
μετά την τόση προδοσία,
κρασί και μέλι να ζυγιάζει
και με συντρόφους ικανούς,
πλοία Οθωμανών να παύει.

Είθε η μοναχή Ιωσηφίνα,
κόρη ναυτικού και εξέχουσας υφάντρας,
απάνεμο να εύχεται λιμάνι,
βοριάδες στην Μηλιά να μην σηκώνουν.
Την θεία χάρη πλάι της
με θέρμη να κατέχει,
ώστε οι κόρες ήρεμα να αποκοιμούνται.

Τι τόπος θεέ μου θρεψερός, τι άνθρωποι μειλίχιοι!

 


Ηλεκτρικό μπάσο

Δεν ξέρω αν διδάχθηκα το βλέμμα
Ίσως να κληρονόμησα τ’ άκουσμα
Πως αυτό που λογίζετ’ ως πέρασμα,
Είναι μακράν μονιμότερον της αμυγδαλιάς
Που δεσπόζει έξωθεν της οικίας μου.
Και αμφιβάλλω αν πορεύεσαι ορθά
Λίγη τέχνη εμπρός μου
Λίγη μουσική σιμά σου
Το άδικο σε κατατρώει αγάλι αγάλι με συμμετρία
Παθογενείς ειδήσεις ξυλοκοπούν τους κροτάφους σου
Μα εσύ αποστρέφεσαι βλοσυρά την εικόνα σου
Καθρεφτίζεσαι σε μπουκάλια πικρού λικέρ
Μονολογείς
Ψιθυρίζεις «κατέληξα» και όχι «διαμορφώθηκα»
Η μουσική
Το καταφύγιο, το πεντάγραμμο
Εκεί που δύνασαι να εκφράσεις
Τους ιστούς του ταλαιπωρημένου βίου σου
Με την ελπίδα να υπάρχει
Έτερος μουσικός σκεπτόμενος ομοίως.
Είθε.
Οι άνθρωποι μοναδικεύουν το βλέμμα τους
Μέσα στην ομοιότητά τους.
Και λίγο έχει σημασία
Αν συνυπάρχουμε ομαλά στην αλλαγή της βάρδιας,
Αφού τα λόγια μας είναι κεντημένα με γλυκιά άμμο.
Μα για πες μου, διερωτώμαι
Δεν ευφράνθηκες ολίγον τι
Όταν για δευτερόλεπτα κατανόησα την θλίψη σου;
Θα απαντήσω εγώ εκ μέρους σου
Για να διασφαλίσω την τιμή σου.
Ελαφρύνθηκες.
Έτσι όπως σκυμμένος ήσουν,
Πάνω από την αποτρόπαια οσμή των απορριμάτων,
Εξήλθε εκ της ψυχής σου ολόμαυρη πίσσα.
Νότες κατέκλεισαν τα ματοτσίνορά σου
Άρχισες να εμπνέεσαι μελωδίες και παρτιτούρες
Που κείτονται σε άσφαλτο
Με ίχνη από καμμένα λάστιχα.
Θέλησες να μου φορέσεις ακουστικά
Για να αντιληφθώ καλύτερα το φλάουτο
Μα κυρίως για να σηκώσω τα μανίκια ως τους αγκώνες μου,
Δουλεύοντας ανελλιπώς πάνω σε λεπτομέρειες 
Καταπιεσμένου θυμικού.
Μήπως και εισέλθω στη ροή
Του προσωπικού σου Νείλου.
Ένας ποταμός που στα πιο μεγάλα βάθη
Φαίνεται βρώμικος από την λάσπη και τα ιζήματα.
Αλλά δεν είναι.
Γιατί το μαύρο χρώμα
Πάντα θα βρίσκει διέξοδο
Σε κλειδιά του σολ που ανοίγουν φωτεινές πύλες.

 


Αστέρας σε παύση 

Μακάρι
μακάρι να ‘ταν ο τόπος
του καθρέφτη μου
εκεί που βρίσκω τον εαυτό μου
(αγαπητέ μου, κι αν θολό
ήταν το μυαλό μου, επιμένω)
τόπος πάντα φλύαρος και ίσως
τότε να μπορούσα
να αντικρύσω τις ρυτίδες μου
και να πω
“Τι μοναδικότητα σε χρόνο και τόπο!”
να που η ώρα διαιωνίζεται
όχι γιατί τα μάτια μου
ακούραστα υπολογίζουν
την απόσταση
από τον βασιλικό του μπαλκονιού μου
έως τα μυστήρια της καρδιάς σου
αλλά γιατί ακούω μέσα μου
αλήθειες για την ζωή μου
ασύμφωνες
μα σαν συμφωνική ορχήστρα
πολιτικές
μα όμορφα απολίτιστες
αφύσικες
μα φυσιολατρικά προσκείμενες
και θλίβομαι
που τα πράγματα
ποτέ
δεν θα είναι
άπνοια σε αστέρι.

 


Θερινή σήψη

Αχανή ειν’ τα ριζικά της τεθλιμμένης ετιάς
τόσο που για να κατακαεί ως τα βάθη της,
η μάνα εξαπέλυσε μυριάδες δεινά
που πλήττουν τα περήφανα κλαδιά
του δέντρου και το παύουν,
σα να πρέπει γοργά ν’ αποχωρήσουν
οι σταλαγματιές από τ’ ανθάκια της,
η κληρονομιά του λυρισμού
στο μαβί μοιρολόι της
και κυρίως η χρυσίζουσα όψη
που διακρίνει τα φύλλα της,
όψη ζεστασιάς αναμμένου τζακιού
που γεύονται μόνο ελάχιστοι φίλοι,
με τους αλαζόνες να διώκονται
από κατάρες των δασών,
με τους αγαθούς μονάχα να επιβιώνουν.
Κι όταν κεραυνός χτυπήσει ακαριαία
τον κορμό της κλαίουσας,
εκείνη λυπάται- μα δεν έχει άλλα δάκρυα να χαρίσει
κι αν στα δύο διαιρεθεί,
από μαΐστρο και σιρόκο αγέρα,
θα ενωθούν ξανά περιχαρώς τα κομμάτια,
χωρίς να δύναται η μητέρα ν’ αντικρύσει το γεγονός.
Δεν διστάζουν οι αρρώστιες να σκάψουν εντός,
έχει από χρόνια βαφτεί πορφυρή
η ρίζα του αληθινού χαμόγελου
εμπρός στα ύπουλα αγκάθια
που ο πατέρας προστάτεψε.
Ρίζα που στέκεται απομονωμένη
σε νοτισμένο και εύφορο χώμα
μακριά από πατημασιές
που βουλιάζουν σε ξερόκλαδα κατάχαμα.
Και εσύ αγαπημένη μήτηρ
μην προσποιείσαι πως κουβαλάς
ως κουρασμένη μαρτυρική φιγούρα,
πληγές των ασεβών προγόνων,
θέλοντας να πέσουν πάνω
σε φρεσκογεννημένα βλαστάρια.
Γνωρίζεις στην πορεία της ζωής σου
πως ό,τι προσβάλει την ιτιά
κάνει καχεκτικές και τις λεύκες,
ενώ όση απόσταση κι αν υπάρχει μεταξύ τους,
στο ίδιο έλος δεσπόζουν
αλληλένδετες,
με αραχνοειδείς ιστούς στα φυλλώματα
και τελικά τόσο όμοιες,
σαν όντα που μονομαχούν
με ακίνδυνη παιδική ένταση
ξεχασμένης, παρελθούσας εποχής.
Άλλωστε αυτά που στέκονται
πάνω και μακριά απ’ τις δυνάμεις σου
τα ψάλλουν τα σπουργίτια στα κλαδιά μου,
τόσο όμορφα
που μάλλον ένας δημιουργός
βαθμολογεί με βαμβάκι τις πράξεις μας.

 


Η Κωνσταντίνα Καλογεροπούλου φοίτησε για δύο χρόνια στο Τμήμα Φωτογραφίας και Οπτικοακουστικών Τεχνών του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής, ενώ παράλληλα παρακολούθησε μαθήματα Μετάφρασης και Επιμέλειας Κειμένου στο Δημόσιο ΙΕΚ Αμαρουσίου. Σήμερα συνεχίζει τις σπουδές της στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, στο πρόγραμμα «Κινηματογραφική Γραφή, Πρακτική και Έρευνα». Διηγήματα και ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά διαδικτυακά περιοδικά και ιστοσελίδες λογοτεχνικού ενδιαφέροντος, όπως τα tovivlio.net, Fractal, Στίξη, Γράφειν και Storywits. Αυτή την περίοδο βρίσκεται στη διαδικασία συγγραφής του πρώτου της βιβλίου, ενώ έχει διακριθεί σε πολυάριθμους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς, μεταξύ των οποίων εκείνοι της Ένωσης Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος (ΕΛΒΕ) και του Συνδέσμου Πολιτισμού Ελλάδας-Κύπρου (ΣΠΕΚ).