«Σε εσωτερικούς ουρανούς» της Νίκης Μισαηλίδη

Αριστέα Τσάντζου, Ουρανία, Θράκα, 2025
ISBN:978-618-5928-07-0


Ακινησία και προσδοκία της κίνησης, ασθένεια και θάνατος, σιωπή, μνήμη και λήθη, η καταλυτική επίδραση του χρόνου, αλλά και η ποιητική πράξη ως μορφή διάσωσης και μεταμόρφωσης, αποτελούν τους βασικούς θεματικούς άξονες που διατρέχουν την πρώτη ποιητική συλλογή της Αριστέας Τσάντζου με τίτλο Ουρανία, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Θράκα» (2025) (ISBN:978-618-5928-07-0). Η συλλογή περιλαμβάνει είκοσι τέσσερα ποιήματα γραμμένα σε ελεύθερο στίχο, στην πλειονότητά τους άτιτλα, γεγονός που ενισχύει την αίσθηση μιας ενιαίας ποιητικής σύνθεσης, στην οποία οι επιμέρους φωνές και εικόνες συνδιαλέγονται γύρω από τον πυρήνα της ανθρώπινης ευθραυστότητας.

Ο τίτλος Ουρανία λειτουργεί πολυσημικά, καθώς μπορεί να παραπέμπει σε ένα αγαπημένο ή οικείο πρόσωπο, ενώ παράλληλα ενεργοποιεί τη συμβολική σημασία του ουρανού ως ανοιχτού ορίζοντα, ως πεδίου υπέρβασης και εσωτερικής αναζήτησης. Όπως επισημαίνει ο Juan Eduardo Cirlot, «το ουράνιο κενό παύει να είναι χώρος περιεκτικότητας και μετατρέπεται σε περιεχόμενο του υπερχώρου» (Cirlot, 1995:390). Σε αυτόν τον συμβολικό «υπερχώρο» κινούνται οι στίχοι της Αριστέας Τσάντζου, διαμορφώνοντας ένα ποιητικό σύμπαν όπου το υλικό και το άυλο, το σώμα και η μνήμη, η εμπειρία της φθοράς και η αναζήτηση μιας υπερβατικής προοπτικής συνυπάρχουν.

Η εικαστική σύνθεση του εξωφύλλου συνομιλεί ουσιαστικά με τον ποιητικό κόσμο του έργου. Οι φτερωτές μορφές που καλύπτουν τα πρόσωπα των δύο γυναικών δημιουργούν μια εικόνα αμφίσημη, στην οποία η ανθρώπινη παρουσία συνυπάρχει με την απόκρυψη και τη μεταμόρφωση. Το πρόσωπο, κατεξοχήν φορέας ταυτότητας και μνήμης, καλύπτεται από τις φτερωτές μορφές, υποδηλώνοντας μια κατάσταση μετάβασης ανάμεσα στο ορατό και το αθέατο, στο προσωπικό βίωμα και στη συμβολική του μεταγραφή. Η εικόνα αυτή συνομιλεί με έναν από τους βασικούς άξονες της Ουρανίας, την προσπάθεια του ανθρώπου να υπερβεί τα όρια του σώματος και της φθοράς μέσα από τη μνήμη, τη φαντασία και την ποιητική έκφραση. Παράλληλα, προϊδεάζει το αναγνωστικό κοινό για μια από τις κεντρικές αντιθέσεις της ποιητικής σύνθεσης, όπου η ακινησία συνυπάρχει με την επιθυμία της κίνησης και η φθορά με τη δυνατότητα της μεταμόρφωσης.

Το υπαρξιακό και μεταφυσικό στοιχείο της Ουρανίας συνδέεται οργανικά με την εμπειρία της ασθένειας, ειδικότερα με τη νόσο του Πάρκινσον, καθώς και με τον περιορισμένο, σχεδόν εσώκλειστο χώρο του νοσοκομείου. Το πάσχον σώμα δεν παρουσιάζεται μόνο ως φορέας απώλειας και ακινησίας, αλλά και ως τόπος στον οποίο εγγράφονται η μνήμη, ο χρόνος και η αγωνία της ύπαρξης όπως αποτυπώνεται στο ποίημα με τίτλο «Ποιητική του χρόνου» (σ. 15):

Γύρω από το κρεβάτι
άπραγη υπάρχεις.
Από το κέντρο
τομή κάνεις στον χρόνοˑ
νοσοκομειακό στρώμα που
χωρίζει τον ορίζοντα ανάμεσα
σε γη κι ουρανό,
ψέματα κι αλήθειες
κι έναν ήλιο, ασθενή,
να τρεμοπαίζει
σούρουπο
στη θάλασσα.

 Το νοσοκομειακό στρώμα μετατρέπεται σε ένα συμβολικό όριο, έναν μεταιχμιακό χώρο, στον οποίο η καθημερινή εμπειρία συναντά τη μεταφυσική διάσταση της ύπαρξης, καθώς αποτελεί ένα σημείο τομής στον χρόνο και αποδίδει με ιδιαίτερη ένταση την εμπειρία της ακινησίας: το σώμα καθηλώνεται, όμως η συνείδηση εξακολουθεί να κινείται ανάμεσα σε αντιθετικά δίπολα: γη και ουρανό, αλήθεια και ψέμα, παρουσία και απουσία.

Η κατάσταση του ποιητικού υποκειμένου στον νοσοκομειακό χώρο συνοδεύεται από μια έντονη εμπειρία ακινησίας και απραξίας, η οποία ωστόσο αποδίδεται σε δυναμική αντίστιξη με τη βαθιά επιθυμία για κίνηση, ελευθερία και υπέρβαση των ορίων του εγκλεισμού. Η αντίφαση αυτή αναδεικνύεται χαρακτηριστικά στο ποίημα της σελίδας 8: 

Πεταλούδα
πιασμένη από το πόδι
στο κρεβάτι φτερουγίζεις
με κρότοˑ
στη σιωπή σε ακούωˑ
μπερδεύεις κόμπους σε πανιάˑ
οι λέξεις φέρνουν παρουσίες.
Ορφανό ζητάς φαγητόˑ
κουβέρτα, κουβέντες.
Ένα ποντίκι ξεγλιστρά
από το βλέμμα σου. Ζηλεύειςˑ
να περάσεις τον δρόμο απέναντι θες
να πας σπίτι στη μαμά,
να σου κάνει συντροφιά,
μα δεν μπορείςˑ
ο Πάρκινσον σε κρατά πάντα ξαπλωμένη.

Η ποιήτρια αξιοποιεί το σύμβολο της πεταλούδας, ένα διαχρονικό σύμβολο μεταμόρφωσης, αναγέννησης και ελευθερίας (Cirlot, 1995:410), για να αποδώσει με ένταση τη δραματική συνύπαρξη της επιθυμίας για υπέρβαση με την αδυναμία της σωματικής κίνησης. Η εικόνα της «πεταλούδας / πιασμένης από το πόδι»  συμπυκνώνει την τραγική αντίφαση ανάμεσα στην εσωτερική κινητικότητα της συνείδησης και στον εγκλωβισμό του πάσχοντος σώματος. Ο ποιητικός λόγος της Αριστέας Τσάντζου, ωστόσο, λειτουργεί ως πεδίο αντίστασης, καθώς οι «λέξεις φέρνουν παρουσίες» και αποκαθιστούν μια μορφή επικοινωνίας εκεί όπου η σωματική αδυναμία επιβάλλει τη σιωπή.

Ιδιαίτερη σημασία στη συλλογή έχει η συστηματική χρήση του β΄ ενικού προσώπου, το οποίο διατρέχει το σύνολο των ποιημάτων και διαμορφώνει έναν λόγο άμεσης προσφώνησης. Η ποιητική φωνή δεν αφηγείται απλώς την εμπειρία της ασθένειας, της απώλειας και της φθοράς, αλλά απευθύνεται σε ένα συγκεκριμένο «εσύ», δημιουργώντας μια σχέση εγγύτητας και ταυτόχρονα απόστασης. Το β΄ ενικό μπορεί να εκληφθεί ως διάλογος με ένα αγαπημένο πρόσωπο, με τον πάσχοντα εαυτό ή ακόμη και με μια εσωτερικευμένη μορφή μνήμης. Η επιλογή αυτή ενισχύει τη δραματικότητα και προσδίδει θεατρικότητα στα ποιήματα, καθώς μετατρέπει το προσωπικό βίωμα σε μια πράξη επικοινωνίας, ακόμη και όταν η σωματική αδυναμία και η σιωπή απειλούν την ανθρώπινη επαφή.

Παράλληλα, ο εγκλεισμός στη συλλογή συνδέεται άρρηκτα με την εμπειρία της σιωπής, η οποία δεν αποτελεί απλώς απουσία λόγου, αλλά έναν χώρο εσωτερικού εγκλωβισμού και αθέατων διεργασιών, όπως αποτυπώνεται στο ποίημα της σελίδας 15. Η σιωπή δεν δηλώνει απουσία εσωτερικού κόσμου· αντίθετα, αποκαλύπτει το αθέατο βάθος μιας εμπειρίας που αναζητά διέξοδο μέσα από την ποίηση:

Δεν μιλάς πια.
Ούτε ανοίγεις τα βλέφαρα
να δείξεις ότι ζεις.
Μόνο το στήθος πάλλεται.
Κύμα που φουσκώνει
και κάθεται από το βάροςˑ
τόσες πνιγμένες σκέψεις
αγνοούμενες.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ποίηση αναδεικνύεται ως μια πράξη βαθιάς επίγνωσης και επιλογής, καθώς δεν επιχειρεί να εξιδανικεύσει κάθε στιγμή της ανθρώπινης εμπειρίας, αλλά να αναζητήσει εκείνες τις στιγμές που μπορούν να μετασχηματιστούν σε ποιητικό γεγονός, όπως αποτυπώνεται στο ποίημα ποιητικής της σελίδας 22: «Δε γράφονται όλες τις ώρες ποιήματαˑ/όλες οι στιγμές δεν είναι άξιεςˑ/μην πιστέψεις». Η Αριστέα Τσάντζου με τη λιτότητα των στίχων απομακρύνεται από την αντίληψη της ποίησης ως απλής αυθόρμητης καταγραφής του βιώματος και προβάλλει την ανάγκη μιας εσωτερικής επεξεργασίας, μέσα από την οποία το βίωμα μετασχηματίζεται και αποκτά αισθητική και υπαρξιακή σημασία. Η ποίηση δεν καταργεί την απώλεια, τον πόνο ή τη φθορά. Αντίθετα, τα μεταπλάθει σε λόγο, επιτρέποντας στην εμπειρία να υπερβεί τη μοναχικότητα της σιωπής και να αποκτήσει διάρκεια μέσα στον χρόνο.

Οι εικόνες που αντλούνται από το φυσικό τοπίο συμπλέκονται οργανικά με τον εσωτερικό κόσμο του ποιητικού υποκειμένου, λειτουργώντας ως προβολές συναισθημάτων, ονείρων και επιθυμιών. Στην Ουρανία, η φύση συγκροτεί έναν συμβολικό χώρο, στον οποίο αποτυπώνονται οι εσωτερικές διαδρομές της συνείδησης, οι προσδοκίες υπέρβασης και η διαρκής αναζήτηση μιας ελευθερίας πέρα από τα όρια του σώματος και της ασθένειας, όπως αποδίδεται στο ποίημα της σελίδας 21: 

Από όλες τις κακοτεχνίες
του σπιτιού το παράθυρο
έπρεπε να πέσει πιο κάτωˑ
να βλέπει τα σπάρτα
ν’ ανθίζουν κίτρινα,
τις μέλισσες, τη γύρη.

Σε αρκετά ποιήματα η Αριστέα Τσάντζου αξιοποιεί εικόνες του φυσικού τοπίου με έναν τρόπο που συνομιλεί με τον υπερρεαλισμό, καθώς το καθημερινό και το οικείο μετασχηματίζονται στο ονειρικό και το ανοίκειο. Έτσι, τα όρια ανάμεσα στο πραγματικό και το φαντασιακό καταργούνται: «Είχες πολλές σκάλες στο σπίτι./ Ανέβαινες/να σκουπίσεις τα σύννεφα/ που έριχναν σκοτάδι (σ. 11) και «[…] ψαλίδι ψάχνεις/χρωστάς γιακά/σ’ ένα ταγιέρ που έμεινε/στις κλωστές,/μα το ’χεις κρύψει
στο συρτάρι με/τ’ αηδόνια». (σ. 19)

Η ποιητική της Αριστέας Τσάντζου δεν εστιάζει αποκλειστικά στην ασθένεια ως κατάσταση στέρησης, αλλά διερευνά τη δυνατότητα της ποίησης να ανασυνθέτει τον κατακερματισμένο χρόνο και να διασώζει ό,τι απειλείται από τη λήθη. Η σιωπή, η απώλεια και η φθορά αποτελούν πεδία μέσα στα οποία αναδύεται η ποιητική φωνή. Η Ουρανία συνιστά μια ποιητική κατάθεση βαθιά υπαρξιακή, στην οποία το προσωπικό βίωμα μετασχηματίζεται σε καθολικό ποιητικό στοχασμό για τα όρια του σώματος, τη δύναμη της μνήμης και την ανθρώπινη επιθυμία να υπερβεί τον χρόνο. Η δυνατότητα αυτή της υπέρβασης αποτυπώνεται στο ποίημα «Σύννεφα μαδάς και μαξιλάρια» (σ. 30), στο οποίο η ποιητική εικόνα μετατρέπει την εμπειρία της απώλειας σε μια ονειρική κίνηση προς την ελευθερία: «“Σωτήρη”, φώναζες/όλη νύχτα να σε σώσει./Γλάρος με άσπρα μαλλιά/ξεπορτίζεις στο γαλάζιο».

Βιβλιογραφία

Cirlot, J., Ed. (1995). Το Λεξικό των Συμβόλων (Ρήγας Καππάτος Μτφρ). Εκδόσεις Κονιδάρης.

 


Η Νίκη Ι. Μισαηλίδη κατάγεται από την Πάτρα. Έχει σπουδάσει Φιλολογία και είναι κάτοχος Μεταπτυχιακού διπλώματος στη Δημιουργική Γραφή του ΕΑΠ. Εργάζεται ως Φιλόλογος στη δημόσια εκπαίδευση. Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια για τη γραφή, τα Νέα Προγράμματα Σπουδών στη Λογοτεχνία στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, τη Διαφοροποιημένη Διδασκαλία και συμμετέχει ως επιμορφώτρια σε εργαστήρια πεζού και ποιητικού λόγου. Κριτικά της κείμενα για τη σύγχρονη λογοτεχνία, καθώς και ποιήματα και διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί σε ηλεκτρονικά περιοδικά, σε ιστοσελίδες και στον έντυπο τύπο. Με ποιητικά και πεζά κείμενα συμμετέχει σε συλλογικά έργα και τόμους: α. Ιστορίες με γάτες …για γάτες. Γατονανοδιηγήματα. Εκδόσεις ΟΤΑΝ, 2025, β. Μικρά για τη μητέρα. Εκδόσεις αλάτι, 2025, γ. Ταξίδι. Εκδόσεις παρέμβαση, 2025. Τον Νοέμβριο του 2024 κυκλοφορεί από τις εκδόσεις 24 γράμματα το βιβλίο της (ποιητική συλλογή) Σχολικές Ποιητικές διαδρομές – Μια κυψέλη όλο μέλισσες και μέλι που συνέγραψε με την Πωλλέτα Ψυχογυιοπούλου.