Λευτέρης Χονδρός | Δύο πεζά

© Saul Leiter

Παραλήρημα πίστης

Είναι πριν ν’ αγιάσεις που σε βασανίζει η αμαρτία. Μόνος στο ξωκλήσι του έξω χωριού αδυνατούν να με πείσουν. Φταίει που υπήρξα πάντοτε αειθαλής στην όψη. Σαν κορασίδα. Ποτέ σαν κούρος. 

Μπορείς να με αποκαλείς όπως εσύ θέλεις. Δώσε μου την ηλικία που φαντάζεσαι εσύ πως έχω. Μόνο μη με βάλεις να σου χρωματίσω άλλο χρώμα τον ουρανό. Εδώ δεν γνωρίζω από θάλασσα. Κι απόψε λάμπει μαύρα αγιάγκαθα. Μάλλον διότι πεθαίνω. Διότι ξαναγεννιέμαι απ’ τον κρίνο της πέρα πλαγιάς σέρνοντας τον σταυρό των άλλων. 

Χτυπώ δυνατά το χέρι στην πόρτα. Κάποιος μου ανοίγει. Ποιος είναι; Σίγουρα όχι ο διάβολος. Δεν χωράνε αυτά σε τέτοιο μέρος. Κι αν είμαι εγώ ο διάβολος; Έχω δει ταινία να ξεκινάει με πρώτο πλάνο τον αντίχριστο. Λοιπόν είμαι αυτός που είμαι και δε φοβάμαι τον θάνατο. Μόνο που η ζωή αυτή μου φέρθηκε σαν αλογόμυγα πάνω σε γκρίζο τζάμι. 

Έχει κρύο η θεία βραδιά. Πετιμέζι στο τραπέζι και μου ζητούν συμφωνία. Πρώτα να συμφιλιωθώ με τον λύκο μέσα μου κι έπειτα να τον σκοτώσω δια λιθοβολισμού. Όσοι γνωρίζουν την αλήθεια που έχω στο κεφάλι οφείλουν να πέσουν νεκροί. Μην ανησυχείτε όμως φτερωτά πλάσματα του κυανόλευκου βυθού. Θα ‘ρθει η ανάσταση των χεριών που προκαλούν τα χάδια.

Αν κάνω έστω κι ένα μικρό βήμα πίστης θα με χρήσουν ιππότη της ασφάλτου. Μα δεν οδηγώ γαϊδούρια. Μόνο μια μηχανή μεγάλης πτώσης έχω. Πού και πού να σέρνομαι. 

Μετανοείτε. Είναι κι αυτό μια λύση στο μαύρο του θανάτου. Και μια συμμορία από λευκά χελιδόνια που δεν αντέχουν ύπαρξη μόλις πέρασε. Πέφτουν στο υγρό από δάκρυα πάνω παράθυρο του μοναστηριού. Με καραδοκούν οι τύψεις μιας άλλης ζωής φαίνεται. Με καραδοκεί ο πόνος. 

Τι εστί αμαρτία άραγε; Δεν ξέρω. Ίσως η πρώτη σκέψη που μας γεννάται όταν κοιτάμε τη δασκάλα των αγγλικών με τα μεγάλα στήθη. Τότε ναι. Υπήρξα όσο αμαρτωλός είναι το λιοντάρι που σκοτώνει για επιβίωση. Δεν έχω ωστόσο προθέσεις έρωτα. Μόνο ο σκέτος καφές με το πρωινό τσιγάρο μπόρεσε να με κρατήσει ζωντανό. 

Όχι μη φεύγετε μη. Έχω κι άλλα λόγια να εναποθέσω στα χέρια. Τα διαχρονικά πλούτη δεν κράτησα ποτέ. Τη δόξα πολύ αγάπησα. Τι κι αν δεν έχω τίποτα. Κοιτάζω τον εαυτό μου στο νερό της βρύσης και με χαίρομαι.

 


Τύψεις σουρεαλισμού

Νιώθω μία ντροπή εξπρεσιονιστική. Έχω ένα κασκόλ του Καρυωτάκη. Τι ‘ναι αυτό που λένε οι ρουφιάνοι; Δεν γνωρίζω. Δεν έχω φίλους να προδώσω. 

Αναγκάστηκα να μετρώ βότσαλα πετώντας ψηλά όσο η αλεπού πηδάει. Κρεμαστάρια στους κήπους των αρχαίων. Μία ζωή λύνω τη δαιμόνια φύση του σύμπαντος. Αρέσκομαι στο να χάνω. 

Τα πάντα θέλουν τον τρόπο ενός βασανισμένου καλλιτέχνη. Εγώ ο άνθρωπος που πεθαίνει νεότερος. Εγώ και ο άσχημος του ροδοπεταλομένου κόκκινου χαλιού. Είχα την αγάπη της Χριστίνας. Ήμουν ευτυχισμένος. Τώρα ποιος θάνατος μπορεί να με σκοτώσει; 

Μετά την πρώτη ήττα έρχεται ο διασυρμός. Έπειτα νικάς όπως κερδίζει η σταχτοπούτα στην άμαξα κολοκύθα. Θα πω και εγώ το παραμύθι στα παιδιά μου. Θα τα μετατρέψω σε εργατική παράνοια. Με τύψεις σουρεαλισμού θα πιδακίσω τον πίνακα της ζωής τους. Έτσι για να έχουν να με πουν πατέρα.

Οφείλω μια συγγνώμη στην πατρίδα. Δεν κατάφερα να την αρνηθώ αρκετά. Προσπάθησα να σώσω ό,τι πιάνει η αστραπή στον ήχο της βροντής. Κι ωστόσο πολλά καλώδια αίματος με πνίξανε. Σφίγγω πια τη θηλιά βαριά όσο η επιτάχυνση του Νεύτωνα θλίβει προς τα πάνω. 

Κι έχοντας πλέον θαφτεί από χώμα ζωντανών συνοδοιπόρων λέω όχι πια άλλο μαύρο κάρβουνο. Σημασία έχει να παραμείνουμε τρωτοί στα σημεία. Και η μεγάλη του κόσμου θεατρική σχολή θα βρει τον πρωταγωνιστή της. 

 


Ο Λευτέρης Χονδρός γεννήθηκε το 1997 στον Άγιο Νικόλαο της Κρήτης και μεγάλωσε στην Σητεία. Υπήρξε φοιτητής του τμήματος Μηχανολόγων Μηχανικών στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, σχολή την οποία όμως άφησε στο τέταρτο έτος των σπουδών του. Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα ηλεκτρονικά περιοδικά και blogs. Έχει εκδώσει την πρώτη του ποιητική συλλογή (Το τελευταίο χειρόγραφο) από τις εκδόσεις Θράκα το 2019.