
i. Γκρίζοι δρόμοι
Στα ρημαγμένα ξέφωτα
συλλέγει ξερόφυλλα αγάπης —
μαύρες σκιές τα διαπερνούν.
Αναδεύει σχήματα θολά
στα ποδοπατημένα φύλλα του φθινοπώρου.
Ασφυκτικά τα όρια
τον περικυκλώνουν —
σαν ιστοί αράχνης
τον ρουφούν αργά.
Τεντώνεται∙
οσμίζεται τη στυφή πνοή τους.
Κι ύστερα, με μια έκρηξη,
ισοπεδώνει τα πάντα.
Ξέφρενη η κούρσα.
Στο βάθος, γκρίζοι οι δρόμοι.
Άστατη σκόνη σαβανώνει
την παιδική ηλικία,
εξαλείφοντας την εφηβεία.
ii.Αδιέξοδο
Ματαιότητα οι συνεδρίες —
τα μάτια του, κύματα οργής.
Απλώνονται όλα μπροστά μου∙
οι αριθμοί, έπαθλό του —
άρτιοι και περιττοί,
στροβιλίζονται στον αέρα,
αθροίζοντας σκοτάδι.
Σπάει η σιωπή
σε ηχόσπαρτους κήπους.
Κι ακούγεται τραγούδι περίτεχνο:
«Αγαπώ τους αλήτες με καρφιά στα μάτια
και φλέβες από κάρβουνο και καπνό.
Ο δρόμος είναι βάλτος που με τραβάει κάτω —
οι αριθμοί ξεθωριάζουν, σαν ψεύτικοι θεοί.»
Στέκομαι στην άκρη…
Στάζουν οι λέξεις, σπαθιά.
Τα χείλη, στρείδια.
Οι αποφάσεις, νότες εύηχες για τους μεγάλους —
και το θύμα, ο έφηβος, γδαρμένος.
Πώς να καλύψουν τις ρωγμές;
iii.Κασσάνδρα
Στόμφος θεατρικός
συσκοτίζει το ταβάνι,
κενώνει τα τζάμια,
νεκρώνει
μύγες και πεταλούδες.
Σιγαλινά αχούν
τα όρια της αίθουσας —
πρόσωπα σφιχτά, σε κύκλο,
ακίνητοι κριτές,
συγκρούονται με το αγόρι.
Ο πατέρας, αποτραβηγμένος
σε μια γωνία πιο πέρα.
Στενό και δύσβατο το διάβα του,
δίχως κιγκλίδωμα —
στο σκοτάδι των λόγων
σφίγγει, δραματικά.
Βλέμματα απορημένα
κεντούν τη γυναίκα με τα μαύρα.
Μαύρη κι η σκέψη,
στήνει τις παγίδες της αδρά.
Το περίγραμμα της μάνας
ελλοχεύει σκοτεινό —
γκροτέσκο προσωπείο,
ένταση νοσηρή,
ντυμένη με λέξεις-ζαφείρια.
Ο λόγος της — θαμπωτικός,
αχός τυμπάνου.
Τα χέρια της χορεύουν
με ζαρωμένα νεύρα.
«Το παιδί
δεν χρειάζεται κοινό. Δίνει σόου.
Ο δρόμος του δεν περπατιέται πλέον.»
Μισοσαπισμένες λέξεις,
κούφιοι σπόροι —
χύνονται ξεκοιλιασμένοι
στην άβυσσο.
«Δεν είμαι Κασσάνδρα!» αναφωνεί,
εμμένοντας στην αποπομπή.
Τα χνάρια της πατούν το αγόρι.
Θολώνουν τα μάτια του.
Ύπαρξη αφυδατωμένη
σε ωκεανούς φωτιάς
κολυμπά, βοώντας:
«Τα πράγματα θα αλλάξουν;
Αν φύγω, θα αλλάξουν;
Τα σύρματα θα φύγουν — ή θα βγει ήλιος;»
Βαθύβουες οι κραυγές,
σημαδεύουν τον ποιητή.
Η Πωλλέτα Ψυχογυιοπούλου είναι φιλόλογος και βιβλιοθηκονόμος. Κατέχει μεταπτυχιακούς τίτλους α) στη διοίκηση σχολικών μονάδων από το Πανεπιστήμιο Roma Tre και β) στις επιστήμες της αγωγής με ειδίκευση στη Δημιουργική γραφή (κατεύθυνση εκπαίδευση) από το Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας. Διετέλεσε από το 2011 έως το 2018 Σχολική Σύμβουλος φιλολόγων Αχαΐας.
Έχει διδάξει τα μαθήματα: δημιουργική γραφή, λαογραφία και λαϊκός πολιτισμός, τοπική ιστορία, βιβλία- βιβλιοθήκες στα Κέντρα Εκπαίδευσης Ενηλίκων. Έχει λάβει μέρος, ως εισηγήτρια σε επιμορφωτικές ημερίδες και συνέδρια καθώς και ως εμψυχώτρια σε βιωματικά εργαστήρια δημιουργικής γραφής. Άρθρα της έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και συλλογικούς τόμους. To 2019 εξέδωσε μια κριτική μελέτη έργων του Γιώργου Παναγιωτίδη με τίτλο: Ο διερωτών των αοράτων οδών, εκδ. Γραφομηχανή.
