Αλέξανδρος Αδαμόπουλος | Ωμά

© Bernard Plossu

Όσο για το ταβερνείο που σου έλεγα κοντά στην ερημική παραλία, αυτό ήταν άλλη ιστορία: Της ίδιας πάνω κάτω εποχής, το επόμενο καλοκαίρι, λίγο μετά τις πρώτες βόλτες με την Άννα· τρεις μας με τον Κίμωνα. Τότε που ο Άλκης μόλις είχε γυρίσει αγκαλιά με το πτυχίο του απ’ το Λονδίνο και κάναμε πολύ παρέα και μ’ αυτόν. Ή μάλλον όχι ακριβώς· γιατί υπήρχε και η Ηρώ. Η δική μου Ηρώ, που τα ’φτιαξε μαζί του όταν χωρίσαμε. Χωρίσαμε μια κουβέντα είναι, γιατί δεν πάψαμε ποτέ να κάνουμ’ έρωτα δυο μας. Οπότε θέλοντας και μη, τον Άλκη τον είχα γνωρίσει κάνα δυο χρόνια πριν. Ευτυχώς που μ’ άρεσε αυτοτελώς, ταιριάζαν τα χνώτα μας και γίναμε φίλοι. Και της Άννας της άρεσε· έτσι λεπτός που ήταν τότε αθλητικός το ’παιζε λιγάκι ντροπαλός πολύ ευγενής και δεν έχαν’ ευκαιρία να της πετάει κομπλιμέντα όλο γαλιφιές και ν’ αφήνει διάφορες σπόντες για το πόσο τη γουστάρει και τι κρίμα να μην την είχε γνωρίσει πριν με παντρευτεί.  

Εκείνο το καλοκαίρι μάλιστα που ο Άλκης δεν τα πήγαινε καθόλου καλά με την Ηρώ -που πηδιόταν ασύστολα στο Παρίσι μ’ έναν Μαροκινό, ετοιμάζοντας το ντοκτορά της- βλεπόμασταν πολύ συχνότερα τρεις μας. Κι είχε γίνει το σπίτι μας η μονιά του, όπου ερχόταν κάθε τρεις και λίγο σαν κυνηγημένο κουτάβι, μας έλεγε το ντέρτι του και κουνούσε την ουρά του με τις παρηγόριες και τα χαδάκια της Άννας, που χωρίς να το κρύβει διόλου ένοιωθε όλο και πιο άνετα μαζί του φροντίζοντας κάθε φορά να φορά όλο και κάτι λιγότερο τριγυρνώντας μόνιμα ξυπόλητη ανάμεσά μας. Μέρος του παιχνιδιού ήταν κι αυτό· μιας και μετά την ιστορία με τον Κίμωνα, που συνεχιζόταν και δεν χρειαζόταν πια σκηνοθεσίες ούτε νυχτερινά μπάνια και γελάκια, άρχισε να παίζει έντονα μες στο μυαλό της -και στο δικό μου φυσικά· γιατί αλλιώς τι να λέει;- η ηλεκτρική ιδέα να κάνουμε το ίδιο και με τον Άλκη, που κάθε τόσο έδειχνε όλο και πιο ανοιχτά πως πετάει τη σκούφια του κι αυτός και σιγά μην έλεγε όχι. 

Το αστείο είναι πως το ταβερνείο βρέθηκε εκείνο το βράδυ, μα δεν χρειάστηκε η ερημική παραλία. Πραγματικό ταβερνείο μικρό φτωχικό χαμένο κάπου στο πουθενά μ’ ελάχιστο φως παλιά καρό τραπεζομάντηλα ωραίο κηπάκι και μ’ ένα γιασεμί που σου ’κοβε την ανάσα. Θα μου πεις· δεν ήμασταν μόνοι· πώς να τα πετάξουμε όλα κάποια στιγμή και να χωθούμε γυμνοί στη θάλασσα; Σύμφωνοι· μα τι να το κάνεις αυτό, όταν απ’ τις πρώτες στιγμές -τι θα φας, τι θα πιείς;- ένοιωθες πως πέρ’ απ’ όλ’ αυτά, η κοινή λαχτάρα για κάτι που συμφωνήθηκε κιόλας χωρίς να ειπωθεί καν ξεχείλιζε από παντού μας ένωνε και μας έλιωνε, δεν ήταν άλλη μα πώς να βρεθούμε μιαν ώρ’ αρχύτερα δεμένοι κόμπο τρεις μας. Κι ακόμα καλύτερα· το ζούσαμε ήδη τώρα κι ας ήμασταν ντυμένοι, καθισμένοι παράμερα στη μισοσκότεινη γωνιά. Γιατί δεν χρειαζόταν και μεγάλη φαντασία για να καταλάβει κανείς πως κάτω απ’ το τραπέζι η Άννα κι ο Άλκης, ύστερ’ απ’ τα πρώτα σεμνά τους αγγίγματα έσμιγαν κιόλας μια χαρά με τις γυμνές τους πατούσες. Και τους αγκάλιαζα κι εγώ με τα πόδια, σαν παιδοτρίβης που χωρίζει κι ενώνει πάλι τους νεαρούς παλαιστές· αφού δεν υπήρχαν στεγανά, ούτε ζήλειες και παιχνίδια εξουσίας σαν καυλωμένα κοκόρια. Κάθε άλλο· φανερά γινόταν όλα κι ας ήταν κάτω απ’ το τραπέζι.

Κι όταν ήρθε το πιάτο με τα κοκκινιστά σαλιγκάρια, η Άννα έδωσε ρέστα καθώς όρμηξε αμέσως και τα ’φαγε με βουλιμία σχεδόν όλα μόνη· ίδια, ολόιδια με τον εαυτό της, γλείφοντας ανέμελα, κοιτώντας μας ίσα μέσα στα μάτια μ’ ένα χαμόγελο αθώα πονηρό, χαρίζοντάς μας ηδονικά κι αβίαστα το πιο γυμνό και ολοφάνερο φιλί· έτσι που βύζαινε δίχως καμιά ντροπή κάθε χοχλιό σα ’να ’ταν το πουλί του ή το δικό μου ή και τα δυο μαζί. Τι να την κάνεις την ερημική αμμουδιά και τη θάλασσα νυχτιάτικα; Άσε που επιστέφοντας, ο Άλκης μ’ έβαλε να παρκάρω παράμερα σε μια σκοτεινή μεριά· ψυχή ζώσα δεν υπήρχε γύρω ούτε γρύλος, να κατουρήσει κάτω από ένα πεύκο. Και τελειώνοντας έκανε μεταβολή και βρέθηκε, ντούρος, σαν έτοιμος από καιρό, μπροστά στο στόμα της που τον περίμενε μισάνοιχτο. Ωραίο ε· μη μου πεις… Και τι να νοιώθει άραγε· τι να ξέρει και τι να σκαρφιστεί για όλ’ αυτά η τεχνητή νοημοσύνη; 

Αθήνα 2 Αυγούστου 2023
©Αλέξανδρος Αδαμόπουλος
alexadam48@hotmail.com

 

*

 

 Ο Αλέξανδρος Αδαμόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Νομικά στο ΕΚΠ, σκηνοθεσία και κλασική κιθάρα στην Αθήνα και παρακολούθησε μεταπτυχιακά –Sociologie Politique– στη Σορβόννη.                                                                 Υπήρξε ιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος τής μη κερδοσκοπικής ‘Εταιρείας Φίλων Μουσικής Γιάννη Χρήστου’, με σκοπό τη διάσωση και διάδοση τού έργου τού συνθέτη. Εργάστηκε στο Μουσείο Ελληνικών Μουσικών Λαϊκών Οργάνων, από την ίδρυσή του, ως γενικός γραμματέας και ως πρόεδρος τού σωματείου των ‘Φίλων’. Διετέλεσε μέλος και γενικός γραμματέας τού διοικητικού συμβουλίου τού Εθνικού Θεάτρου. Συνεργάστηκε με την Ε.Ρ.Τ, το Γ΄ πρόγραμμα, το Θέατρο Τέχνης, το Κ.Θ.Β.Ε, την Ε.Λ.Σ, το Εθνικό Θέατρο, τα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Βόλου, Β. Αιγαίου και Ιωαννίνων, με το Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, το χοροθέατρο ‘Ροές’, καθώς και με το Φεστιβάλ Αθηνών, το Υπ. Πολιτισμού, το Μέγαρο Μουσικής, το Künstlerhaus Bethanien Berlin, το Warsaw International Festival ’91, την Norddeutscher Rundfunk Hamburg, το Indira Gandhi International Center for the Arts, την National Academy of Letters N.Delhi, την Frankfurter Buchmesse και το Boğaziçi University Istanbul· όπου εκλήθη και εδίδαξε δυο χρονιές ως επισκέπτης καθηγητής.
Οι συλλογές διηγημάτων του «Δώδεκα και ένα ψέματα» και «Ψέματα πάλι» κυκλοφόρησαν μεταφρασμένες στη Γαλλία, Γερμανία, Τουρκία και Ινδία. Το θεατρικό του «Ο Σιμιγδαλένιος» ανέβηκε σε περισσότερες από ογδόντα πέντε διαφορετικές παραγωγές (στο Εθνικό Θέατρο, στο Κ.Θ.Β.Ε και σε πολλά ΔΗΠΕΘΕ) παρουσιάστηκε αγγλικά στο Wesley College τής Μελβούρνης και τουρκικά στο Κρατικό Şehir Tiyatro τής Κωνσταντινουπόλεως. Άλλα έργα: «Το τσιγάρο και η γιόγκα», «Οχιναιλέγοντας»,  «Ίναχος ο γιός τού Ωκεανού», «Τα όχι τού ΝΑΙ», «Οι Δαιμονισμένοι», «Auguste Rodin Διαθήκη», «Ο Αδάμ και το μήλο», «Ο κύκλος που δεν κλείνει».

*   *   *