Θαυμάσια Πυρκαγιά Οροφής του Χρήστου Κυριακίδη ή «κεντάω το δέρμα»

 

Γράφει ο Αναστάσης Πισσούριος

 

Η ποιητική συλλογή Θαυμάσια Πυρκαγιά Οροφής του Χρήστου Κυριακίδη τυπώθηκε σε 300 αντίτυπα στη Λευκωσία στα πλαίσια της έκθεσης AIR AIR το Δεκέμβριο του 2018. Στην ποίηση του Κυριακίδη, τουλάχιστον όσον αφορά τη συγκεκριμένη συλλογή, η χρήση της ομοιοκαταληξίας λειτουργεί διακριτικά και χωρίς καμιά υπερβολή. Ο ποιητικός του λόγος είναι σεμνός, εκπέμποντας σεβασμό στον αναγνώστη. Επίσης, απουσιάζουν κάθε λογής γλωσσικά τεχνάσματα όπως και ο δραματικός τόνος επιτηδευμένων εκφραστικών λογοτεχνικών μέσων. Μερικά από τα ποιήματα χαρακτηρίζονται από μια βαθιά αινιγματικότητα αλλά δεν είναι επ’ ουδενί ακατανόητα. Κάποια άλλα είναι πιο άμεσα επιτελώντας έτσι τον σκοπό τους με επιτυχία. Η συλλογή περιλαμβάνει 13 ποιήματα. Ο ποιητής εκκινεί θαρραλέα και χωρίς υπεκφυγές συνθέτοντας τον ορισμό της ποιητικής πράξης. Συνήθως, ένα τέτοιο εγχείρημα φτάνει εύκολα στο τετριμμένο. Αντίθετα, στην παρούσα συλλογή το πρώτο ποίημα με τίτλο Αυτοαφορισμός διεκδικεί δικαιωματικά όχι βέβαια την πρωτοτυπία αλλά τη βαθιά επίγνωση της ποιητικής τέχνης:

«Δέκα κατάρτια.
Ένας.
Από μένα στον καθένα.»

Ο Κυριακίδης στο συγκεκριμένο ποίημα αφορίζει το σολιψιστικό «εγώ» που φλερτάρει έντονα με την ποίηση τοποθετώντας το περήφανα πλέον εντός του κόσμου, φορτωμένο από το ιστορικό βάρος του συλλογικού χρέους. Το «από μένα στον καθένα» γίνεται το εναρκτήριο λάκτισμα της συλλογής. Πρόκειται για μια έναρξη προφανώς πολιτική, η οποία αφήνει χώρο τόσο στον αναγνώστη να σκεφτεί πέρα από το υπαρξιακό του στεγανό όσο να συνειδητοποιήσει τον εαυτό του εκεί που πραγματώνεται, δηλαδή «στον καθένα»· στον άλλο και στην ιστορία. Τα ποιήματα που ακολουθούν δένουν μεταξύ τους σαν μια σειρά βελονιές. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα όχι απλά τη σύνδεση των ποιημάτων μεταξύ τους αλλά την ουσιαστική εξάρτηση του ενός ποιήματος από το άλλο, όπως ακριβώς εξαρτάται ένας πόντος από τον άλλο σ’ ένα κέντημα. Στις επί τω πλείστον ποιητικές συλλογές της σύγχρονης κυπριακής λογοτεχνικής παραγωγής μια τέτοια σχέση εξάρτησης είναι σχεδόν απούσα. Στην παρούσα συλλογή όμως κάθε ποίημα κρατάει ανάλογα μια διαφορά που εμφανίζεται με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο σ’ άλλο ποίημα. Οι ραμμένες σταυροβελονιές με κοινή κλωστή διακηρύττουν το κοινό υπόβαθρο της ποίησης του Κυριακίδη. Η γλώσσα για τον Κυριακίδη γίνεται ένα κέντημα τοποθετώντας τον αναγνώστη όχι σε κάποια προνομιακή θέση ισχύος αλλά με προσοχή ανάμεσα στις ραφές όπως βρίσκονται η «θλιμμένη κόρη» και η «θετή μητέρα» στο ποίημα Sabiah μέσα «στις ραφές του φορέματος κρυμμένες». Με τη σειρά τους αυτές και ο αναγνώστης «σκαλίζουν πουλιά πάνω στα δέντρα» ως ένα προμήνυμα του τέλους της σχέσης του ανθρώπου με τη φύση, ως μια βελονιά που μπορεί να έχει ήδη χαθεί. 

Γιατί λοιπόν ο Κυριακίδης θέλει τον αναγνώστη να βρίσκεται ακόμα ανάμεσα στις άδετες ραφές κι όχι έτοιμο στις επάλξεις για υπαρξιακές περιπέτειες; Γιατί σπρώχνει τον αναγνώστη πίσω ή καλύτερα στην επιφάνεια ενός τραύματος εκεί που οι ραφές ζέχνουν αίμα; Ο Κυριακίδης δεν εφησυχάζει τ’ αυτιά του αναγνώστη με μια δικαιωμένη υπόθεση εργασίας. Κάθε ιστορικό τραύμα γίνεται το ίδιο μια σχέση-εργόχειρο. Το ιστορικό τραύμα εδώ δεν το ατενίζει κανείς από θέση ασφαλείας αλλά το κουβαλά σαν πεπρωμένο όπως το δέρμα του. Στο ποίημα Άτιτλο εργόχειρο ο ποιητής γράφει:

«Περνάω τη φλέβα
βελονιά.
Κεντάω το δέρμα.»

Μια το δέρμα και μια ο θάνατος στο ποίημα Ιούνιος θρέφουν κλωστές σχέσης με τη ζωή. Ο Κυριακίδης δεν επιτρέπει ούτε ακόμα και τον ίδιο τον θάνατο να γαληνέψει. Η ζωή διεγείρει, η «αδρεναλίνη, εφηβική οδύνη» δεν αφήνει περιθώρια στον θάνατο να ησυχάσει:

«Σαράντα πόδια
Κάτω
Κάτω, κάτω απ’ το χώμα
Στρώματα γής
Στη μύτη, στο στόμα
Χωρίς πνοή
Ολοζώντανο το σώμα»

Η ατμόσφαιρα στο ποίημα είμαι σκοτεινή μέχρι που η αναίρεσή της γίνεται η ουσία της, όταν το σώμα δηλαδή εμφανίζεται ακόμα ολοζώντανο κάτω απ’ το χώμα. Η ίδια αναίρεση εντοπίζεται και στο ποίημα Άτιτλο το οποίο προηγείται του ποιήματος Θαυμάσια πυρκαγιά οροφής. Στο Άτιτλο ποίημα διαβάζουμε:

«Η θύμηση,
λουσμένη (στη) μελαγχολία
μακρόσυρτης χορδής.
Ο ήχος επεκτείνεται,
διαστέλλεται κι απλώνεται-
Γίνεται πλατφόρμα.
Εξέδρα, πάνω απ’ τον ωκεανό-
Ακίνητοι.
Αγαπημένε μου…
…αυτό είναι η νοσταλγία.»

Στο ποίημα φαίνεται να παρουσιάζεται ένα νοσταλγικό πνεύμα. Μια πιο ενδελεχής ανάλυση όμως καταδεικνύει ότι δεν αρκεί στον ποιητή μια τέτοια ατμόσφαιρα. Μάλλον, το ποίημα δεν επιζητά την ανάδειξη καθαυτής της νοσταλγίας ούτε την κυριαρχία της εις βάρος του νοήματος. Αντίθετα, η νοσταλγία λειτουργεί στο ποίημα ως μια βασανιστική ακινησία. Η χρήση του «ακίνητοι» υποδεικνύει προφανώς μια ζωή στάσιμη σε μια «πλατφόρμα» που γίνεται εν τέλει «Εξέδρα, πάνω απ’ τον ωκεανό». Η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζει, σαν την ψυχή του ανθρώπου – παραφράζοντας τον Διονύσιο Σολωμό – εξ ου και η χρήση της εξέδρας σ’ αυτό το σημείο δεν διαπράττει τίποτα άλλο παρά ύβρη. Η ακινησία στο ποίημα δεν έχει προφανώς να κάνει με την ακινησία του σώματος αλλά με μια πολιτική και ηθική ακινησία. Η νοσταλγία για τον ποιητή γίνεται πηγή στασιμότητας κι έλλειψη πολιτικής πράξης. Το «ολοζώντανο το σώμα» τώρα πια δεν νοσταλγεί αλλά καταφάσκει αρνητικά. Αυτή η άρνηση μετατρέπεται σε κίνηση / πράξη «… του μέλλοντος φάρος». Πρόκειται για ένα μέλλον που αρνείται τη νοσταλγία. Επίσης, η ίδια ακινησία της νοσταλγίας διαπερνά και το ποίημα Θαυμάσια πυρκαγιά οροφής. Χωρίς την εξάρτηση του ποιήματος Άτιτλο, το Θαυμάσια πυρκαγιά οροφής θα μπορούσε εύκολα να θεωρηθεί μια στείρα καταγραφή δύο παράλληλων νοσταλγικών κόσμων. Στο πρώτο μέρος του ποιήματος διακρίνεται άμεσα μια ξεκάθαρη κοινωνικοπολιτική καταγραφή της παιδείας της χώρας η οποία καλλιεργεί μια εθνικιστική συνείδηση στον μαθητή για να υπηρετεί «με σημαίες καλυμμένο» τον εθνικό κορμό και να πορεύεται με «πολεμικά εμβατήρια». Στο δεύτερο μέρος του ποιήματος ο Κυριακίδης χρησιμοποιεί την ίδια δομή όπως και στο πρώτο μέρος, τροποποιώντας μόνο το περιεχόμενο. Εδώ ο ποιητής εξιστορεί τον παράλληλο ερωτικό κόσμο των εφήβων και νέων, οι οποίοι έχουν τις δυνατότητες και εγείρουν «μνήματα θεών» σε αντιδιαστολή με το πρώτο μέρος, που τους επιβάλλουν να παραμένουν στις «θύμησες νεκρών». Εδώ ολόκληρο το ποίημα Θαυμάσια πυρκαγιά οροφής:

«Οι πρώτες σχολικές χορωδίες, πολεμικά εμβατήρια.
Τύμπανα παρελαύνουν κι’ αγάλματα υψώνονται
στη μνήμη των ηρώων.
Καμένα δάση, Θύμησες νεκρών
Απαλύνουν τον πόνο, το χαμό και δίνουν θάρρος.
Είμαι! Από μάρμαρο και δεν με θέλει ο χάρος…

… Με σημαίες καλυμμένος.

Οι πρώτες σχολικές χορωδίες, το πρώτο τσιμπούκι
στ’ αποδυτήρια.
Στέφανα και δάφνες στολισμένα, τα πρωκτικά
ελατήρια.
Αδρεναλίνη, εφηβική οδύνη. Με στήνει στον τοίχο και
με γδύνει.
Καμένα δάση, θεμέλια των φαλλών. Εγείρονται
μνήματα θεών.

… Του μέλλοντος φάρος.»

Η συγκεκριμένη μετάβαση του πρώτου μέρους του ποιήματος στο δεύτερο μισό διατηρώντας τη μορφή της γραφής αλλά με άλλο περιεχόμενο καταδεικνύει κατά τη γνώμη μου την εσωτερική ρήξη της κυριαρχίας της νοσταλγίας και μαζί μια ρήξη με την επίπεδη ανάγνωση. Η νοσταλγία έχει συστατικό ένα «Είμαι! Από μάρμαρο και δεν με θέλει ο χάρος…» καταγεγραμμένη έτσι ως ακίνητη στον χρόνο. Το μέλλον, από την άλλη, εγείρει «μνήματα θεών», προσπαθώντας ν’ αποδράσει απ’ τη σκουριά της ιστορικής ήττας. Η ίδια τύπου απόδραση εντοπίζεται και στο ποίημα Το κορίτσι της Σάλλυ, η οποία μεταμορφώνεται σε γλώσσα έτοιμη ν’ αρνηθεί να ταφεί στους τοίχους της νοσταλγίας:

«Σάλιωσα την τριχοφυία μου από φόβο,
μη γίνω σαν εσένα
Τα μαλλιά, ο λαιμός σου, στον τοίχο κτισμένα.»

Τέλος, ο Κυριακίδης επιβάλλει στον αναγνώστη μια απαιτητική διαδικασία ποιητικής ανάγνωσης. Επιτάσσει μέσα από τη γραφή του μια αλληλεξάρτηση μεταξύ των ποιημάτων στο βαθμό που η επίπεδη ανάγνωση ακυρώνει την ουσία της συλλογής. Σε δεκατρία μόνο ποιήματα – κι αυτά σχετικά σύντομα – ο Κυριακίδης καταφέρνει να χαράξει ξεχωριστή θέση στην κυπριακή ποίηση.