Αναστάσης Πισσούριος | Η κνήμη της ιστορίας

© John Laughlin

Του έδωσε απλόχερα ένα μέρος απ’ την κνήμη. Ευτυχώς κρατούσε τον δίσκο με τα υπόλοιπα οστά. Τα νεύρα του προσώπου δέχτηκαν ένα κρύο αέρα και τα δάχτυλα μαζί με τα νύχια άσπριζαν από την πίεση. Κρατούσαν τον δίσκο αρκετά σφιχτά κάθε φορά που έπεφτε μέσα ένα οστό. Η πτώση του οστού στο μέταλλο παρήγαγε ένα ήχο διεισδύοντας βίαια στο σώμα του σκαπανέα. Ο ήχος απλωνόταν σ’ όλο τον χώρο σαν ωστικό κύμα μιας κοσμικής μεταλλικής έκρηξης. Όταν για τα καλά η ζέστη αγκάλιασε με λαγνεία την ατμόσφαιρα βρέθηκε τυχαία ένα υπόλειμμα περόνης και παραδίπλα μια ανάσα από ένα τραυματισμένο μηριαίο οστό. Ο δίσκος κρατούσε τη νεκρή και την ολοζώντανη μαζί ιστορία· ένα φορτίο μιας οδύνης κρυμμένης πίσω από τις μικρές σκαπάνες. Ευδοκιμούσε έτσι μια βαριά υγρασία κάτω από τους εύφορους τάφους. Ο ήλιος είχε αγκαλιάσει τα πάντα καίγοντας τις άκρες τους. Οι εργασίες έπρεπε να λάβουν για σήμερα τέλος. Μέχρι αύριο το χάραμα υπήρχε ένα χρονικό περιθώριο να εγγραφεί κι αυτή η μέρα στη συνείδηση για να βρεθεί το έδαφος της επόμενης μέρας. Η προσπάθεια του λόγου να εγκολπωθεί στη λογική της εκταφής των νεκρών έπεφτε στο κενό του τάφου. Ο λόγος αναγκαστικά παραχωρούσε τα ηνία στα όνειρα με τα οποία αντιστέκονταν άνομα στη νικηφόρα τυραννία της φρίκης. Η ονειρική μηχανή μιας φαντασιακής ελπίδας έσβηνε δυστυχώς πάντα με την ήττα της ιστορικής αλήθειας. Μέσα στ’ όνειρο το στόμα έμενε σθεναρά ορθάνοιχτο μέχρι το σημείο στο οποίο άνετα μπορούσε να μετατοπιστεί η άνω γνάθος. Μάλλον σ’ αυτό το σημείο έβρισκαν τα οστά την ανοιχτή δίοδο της αποκατάστασης της βίας. Η άηχη κραυγή των γνάθων τέντωνε τους μύες και η πίεση έσφιγγε την αλήθεια στη μέγγενη του ονείρου για να φτύσει τελικά τα οστά με τρόμο μήπως και τα πνίξει ξανά το χώμα.

Χάραμα με λιγοστή υγρασία, με ομίχλη και μια υποσχόμενη ζέστη. Η ομίχλη έκανε πάντα την παρουσία της αισθητή· βγαίνοντας ο ήλιος εξάτμιζε την αναγκαιότητά της στο μέλλον. Οι ανοιχτοί τάφοι έμοιαζαν έτοιμοι ν’ αναμετρηθούν γι’ ακόμα μια μέρα με την ανησυχία της ύπαρξης. Λίγο πιο πέρα ένας ιερέας μόλις είχε λάβει την άδεια από τον Θεό του να συνεχίσουν το ψάξιμο στους ήδη ανοιχτούς τάφους. Είχαν μόλις πάρει και το άνωθεν δικαίωμα ν’ ανοίξουν και τους παραδίπλα. Τα μικρά μηχανήματα εκσκαφής βοηθούσαν αρκετά, ειδικά στο αρχικό στάδιο της διαδικασίας. Είχαν τη δυνατότητα να τραβήξουν με σχοινιά τις ταφόπλακες και να βρεθούν σε βάθος μέχρι και δυο μέτρα. Μόλις ολοκλήρωναν τις εργασίες τους επικρατούσε μια ησυχία για λίγα λεπτά και μετά πάλι οι μικρές σκαπάνες συνέχιζαν με προσοχή το έργο. Μέσα στον τάφο έμοιαζε να χώθηκε όλη η υγρασία του πρωινού. Η τεντωμένη γνάθος είχε φτύσει ήδη τα χθεσινά φαγωμένα οστά. Το υγρό χώμα, τα σκουλήκια και οι ρίζες των δέντρων διασφάλιζαν ένα στέρεο έδαφος, ψάχνοντας πάντα την πολυπόθητη ηρεμία. Η ασφάλεια και η παραδοχή της γης ότι δεν θ’ άρπαζε κανένα στα σκοτεινά της έγκατα δημιούργησε στην ατμόσφαιρα μια ξηρότητα η οποία πιθανόν να πήγαζε από μιαν άλλου τύπου αποφασιστικότητα. Ο κάθε χτύπος της σκαπάνης αποκάλυπτε μια σειρά από υγρές πτυχές. Μεθοδικά και απόρρητα οι υγρές πτυχές απλωνόντουσαν στον χώρο ως μια υφέρπουσα ανατριχίλα η οποία είχε προορισμό τη γλώσσα του σκαπανέα. Σιγά σιγά άπλωνε σ’ όλο το σώμα του όπως ακριβώς κυλούσε το αίμα των θαμμένων. Ένα αίμα αφρισμένο, στα γόνατα σπασμένο κύμα από χρόνο. Η σκαπάνη θα μπορούσε ν’ αποκαλύψει θραύσματα από σώματα, κόκαλα κεντημένα από χώμα και πέτρα κι άλλοτε ομιλούσες μετωπιαίες οπές. Καμιά φορά πάλι, ανάβλυζαν στην επιδερμική πραγματικότητα ζευγάρια από άρβυλα πεταμένα χωρίς πόδια κι άλλοτε πόδια χωρίς παπούτσια. Το έδαφος σε τέτοιες περιπτώσεις προειδοποιούσε με τη μόλις προηγούμενη φτυαριά του σκαπανέα. Το χώμα έδειχνε στην αφή φρέσκο και τα χέρια κρατούσαν τις σκαπάνες δροσερά και άηχα. Η γλώσσα του τάφου μιλούσε ήδη πριν ακόμα εμφανιστεί η λέξη. Έτσι η δύναμη της επόμενης φτυαριάς του σκαπανέα απέπνεε μια ευγένεια μπροστά στην παρουσία των θαμμένων σωμάτων. Ένα δάχτυλο ευγένειας, ένα ανύπαρκτο λάγνο χάδι μιας μελλοθάνατης γριάς. Ο πόνος δεν είχε καμιά παρουσία στον χώρο. Η εκταφή από θραύσματα σωμάτων, μέρη από λεπτές σκόνες από οστά, κρανία με οπές και μικρά δακτυλάκια παιδιών αδυνατούσαν να μοιραστούν τον πόνο τους. Ο πόνος χύθηκε στη ζώσα ιστορία και στην καθημερινότητα των αναγκών. Η βουβή κραυγή των σωμάτων δεν είχε εμπόδιο ούτε τον τάφο ούτε τον κόσμο των νεκρών. Η κάθε περόνη, ωλένη, κλείδα, στέρνο, καρπός, βρεγματικά οστά γίνονταν ο φραγμένος λόγος της ιστορίας, αναγκαία να διατηρηθεί νεκρή και σιωπηρή. Η κάθε φορά παρουσία των λειψάνων αφόπλιζε τους σκαπανείς στην απραξία. Πλησίαζαν οι επιστήμονες για ν’ αποκαλύψουν τη δική τους σχέση με τα λείψανα. Η ευγένεια του πινέλου, το ήπιο φύσημα και το τελετουργικό γονάτισμα στο ιερό σώμα μπέρδευαν ακόμα και το πιο εξασκημένο μάτι για το αν ήταν ζωγράφος ή ανθρωπολόγος-αρχαιολόγος αυτός επί το έργον.

Ο χρόνος είχε μια ιδιαίτερη παρουσία στον χώρο. Ένα σχίσμα στο εσωτερικό του ανέδυε μια δυσοσμία όχι τόσο από τους τάφους αλλά μάλλον από το ιστορικό αποξηραμένο αίμα των θυμάτων όλου του κόσμου. Το άνοιγμα των τάφων αντιστοιχούσε στο άνοιγμα των σωμάτων. Εκεί τα θαμμένα σώματα ευδοκιμούσαν στη ζωντάνια να πεθάνουν, ανώνυμα σαν τον πρώτο άνθρωπο. Δεν υπήρχε κανένα σωματικό θραύσμα ήδη ζωντανό μέσα στον τάφο. Οι φόνοι και το ρίξιμο σαν σκουπίδια δεν θεωρείται ακριβώς θάνατος. Οι νεκροί διατηρούσαν τον θάνατό τους ζωντανό. Η φρίκη να μην πεθαίνεις όντας νεκρός αγκάλιαζε σαν άγρια ρίζα τα θρυμματισμένα λείψανα. Η επιμονή της ρίζας απέκτησε τη δύναμη να μπορεί να διαπεράσει ακόμα και τον πιο τραχύ βράχο. Κάτω βαθιά οι νεκροί δεν εισπνέουν οξυγόνο αλλά χώμα. Οι βαθιές ανάσες έτρεφαν τα λείψανα στη ζωντάνια της ιστορίας. Παρέμεναν για δεκαετίες ζωντανά κι ανελλιπή στην ακινησία του βιασμού των ερπετών, της υγρασίας και της αυταρέσκειας της γης. Καμιά φορά τα οστά διψούσαν κι αρκετά είχαν μετακινηθεί από τις βροχές με την μετατόπιση του εδάφους. Τα σώματα, βιασμένα από τα σκουλήκια, διατηρούσαν την πληγή ανοιχτή σαν μια πυξίδα για το μέλλον. Οι βουβές πληγές έζεχναν θέρμη από ηφαιστειογενές βραχώδες σκελετικό υλικό. Δεν επρόκειτο για ολοκληρωμένους σκελετούς αλλά για υπολείμματα οστών. Υπολείμματα μιας χρονικής ακύρωσης του εναρκτήριου λακτίσματος του τρόμου. Κάθε οστό λάμβανε τη μορφή οντότητας, μια μονάδα στον κήπο των μονάδων.

Καθόταν σκεφτικός και παρατηρούσε το πινέλο του αρχαιολόγου να ξεσκονίζει τη θαμμένη ιστορία, παρατηρώντας τα οστά σαν αρχαία κειμήλια. Κάτω από την ομπρέλα με το τραπέζι δίπλα κάθονταν οι υπόλοιποι, παρακολουθώντας κατά σειρά τους ανοιχτούς τάφους και τις ταφόπλακες ν’ απορρυθμίζονται από την εκρίζωση των βάσεων τους. Οι σωροί από χώμα περικύκλωναν τον χώρο σαν ερημικοί αμμόλοφοι από υγρό χώμα θανάτου. Ο χειρωνακτικός έλεγχος του χώματος με άλλα μικρά εργαλεία έπαιρνε μέρες εγκαθιστώντας στο βάθος του τάφου την άρνηση μιας ιερής πραγματικότητας. Η άρνηση αντιστοιχούσε στην τύρβη του δέους της εξουσίας. Η εξέταση κάθε λεπτομέρειας και επιμέλειας κάθε κόκκου από χώμα αντιστοιχούσε μ’ έναν περιπλανώμενο δορυφόρο ψάχνοντας στο σύμπαν ερωτικά χαμένα αστέρια. Τα πολύ μικρά οστά προσπαθούσαν να κρυφτούν πίσω από μεγάλες πέτρες ή πίσω από τις ρίζες των δέντρων. Τα οστά γλιστρούσαν πάντα σε κάτι στέρεο με τον φόβο μήπως και πέσουν στο συγκεκριμένο εδαφικό οδόστρωμα βάσει του οποίου συνήθιζαν οι αρχαιολόγοι να κρίνουν ότι πέρα απ’ αυτό δεν είχε νόημα να συνεχίσουν την εκταφή.

Σε αρκετές περιπτώσεις τα οστά βρίσκονταν ακόμα και σε ακτίνα εφτά-οχτώ μέτρων γύρω από την κρύα μάζα του κεντρικού σημείου του τάφου και του θαμμένου σώματος. Κάποια από αυτά πολύ πιθανόν να είχαν διαταραχθεί τόσο από φυσικά και περιβαλλοντικά αίτια όσο και από την ανθρώπινη παρέμβαση. Κάποια επίσης από τα λείψανα είχαν επαναταφεί μετά από τη μετακίνηση τους από τον πρωταρχικό χώρο της ταφής. Με μια τέτοια διαπίστωση έκλεινε ακαριαία στους σκαπανείς το ίχνος ενός ορίζοντα τέλους. Η ζάλη παρήγαγε τη συνειδητοποίηση της μετακίνησης των σωμάτων από τον αρχικό χώρο ταφής και συνέτεινε στην πλήρη έλλειψη εμπιστοσύνης. Η στέρεα γη είχε χαθεί κάτω από τα πόδια τους και βρίσκονταν τώρα εκτεθειμένοι στην απεραντοσύνη του ολέθρου. Ένας σκοτεινός κανιβαλισμός μπορούσε να περιγράψει την επαναταφή μέσα στη φρικτή ιστορική δίνη. Η περιδίνηση της αισθητής επαναταφής προκαλούσε αρχικά μια ενοχική υπαρξιακή αναγούλα και αμέσως μετά ακολουθούσε μια ιλιγγιώδης ταχύτητα σκέψης προσκρούοντας βίαια στις κλειστές πόρτες του μέλλοντος. Οι σκαπανείς αντιμετώπιζαν την μετωπική αναμέτρηση με την ιστορική αλήθεια. Η παρατεταμένη επαφή με τους ανοιχτούς τάφους προξενούσε μια άλυτη εκδοχή της οικειότητας με αποτέλεσμα να δημιουργεί έναν ανεπαίσθητο ξενικό ίλιγγο. Οι σκαπανείς και η επιστημονική ομάδα μοιράζονταν το κοινό έδαφος μιας ιστορίας που σε κάποιους άνηκε και σε άλλους όχι. Μαζί όμως ακολουθούσαν το ίχνος της κόλασης.

Του έδωσε απλόχερα ακόμα ένα θραύσμα ενός στέρνου. Τα ριγμένα στον δίσκο λείψανα πολλαπλασιάζονταν. Οι σωροί από οστά μπορεί να μετρούσαν σαν ένα σώμα μπορεί και δυο, μπορεί και περισσότερα. Τα προσωπικά αντικείμενα των νεκρών έμοιαζαν άθικτα και κρατούσαν τη στενή επαφή με τα οστά. Μια επαφή όσο η έλλειψη εμπιστοσύνης ενός αντικειμένου μη έχοντας ζωή. Πλησίασε και πάλι η στιγμή της ολοκλήρωσης της σημερινής κατάδυσης στην ιστορία. Η φωνή του αξιωματικού άγγιζε τα όρια της προδοσίας. Οι διαταγές δεν έρχονταν από τον ίδιο αλλά από τα βάθη μιας ιστορίας θέλοντας κάποιους νεκρούς ήρωες και κάποιους θαμμένους σαν σκουπίδια. Ο αξιωματικός έλεγχε τη διαδικασία ως φερέφωνο ενός κατεστημένου που μπορούσε όχι μόνο να θάψει όποιον δεν υπάκουε αλλά και να ξεθάψει με τρισάγια και ευχέλαια όποιον ακόμα ζούσε νεκρός μέσα στους τάφους. Οι μέρες των εκταφών μετατρέπονταν σε ιστορικό ξέρασμα. Καθημερινά οι αξιωματικοί και οι παπάδες περιφέρονταν νικητές. Οι ανοιχτοί τάφοι τους φαίνονταν οι χαμένοι θησαυροί που οι ίδιοι είχαν κρύψει. Ανάβλυζε μια εμετική ευχαρίστηση και ικανοποίηση ότι το πέρασμα του χρόνου τους έδωσε το δικαίωμα να κάνουν τους φονιάδες ήρωες και τους προδότες πατριώτες. Τα βιβλία ιστορίας δεν είχαν φτιαχτεί τότε από χαρτί αλλά από το περίσσευμα χώματος μετά τις ταφές. Για κάθε φύλλο προέκυπτε κι ένα οστό, για κάθε κεφάλαιο μια τρύπα στο κρανίο, για κάθε διαμελισμένο σώμα και μια καρέκλα.

Κάποιες μέρες οι βιασμοί στους τάφους είχαν μια καλοκαιρινή δροσιά. Η ομίχλη φοβισμένα κατέληγε με λαγνεία στον τάφο σχεδόν κάθε πρωί κατά τις εφτά. Το κρεβάτι του άρχισε να μπερδεύεται για το αν ήταν η αιώνια κατοικία του τάφου ή πράγματι το κρεβάτι του· μια κλίνη βυθισμένη αιώνες στη γη, ένα αιώνιο κελί, ένας τύμβος άφαντος στο μεταξύ των κόσμων. Όι πολύωρες εργασίες στον χώρο αποπροσανατόλιζαν την πραγματικότητα με τ’ όνειρο. Οι υπερβολικές δόσεις ιστορικής κατάδυσης μοιάζουν με εφιάλτη, διαπίστωση επιστημόνων μετά από πειράματα εντόμων. 

Κάθε τόσο γύριζε ενστικτωδώς το κεφάλι του προς την έξοδο του νεκροταφείου, μάλλον για να παρατηρεί αν κάποιος τον παρακολουθεί. Αφού κανείς δεν υπήρχε να τον παρακολουθεί, εκτός από τον αξιωματικό υπηρεσίας ο οποίος έβρισκε σχεδόν διασκεδαστική όλη αυτή τη διαδικασία, διέκρινε κανείς ότι οι κινήσεις του σώματος του σκαπανέα τον πρόδιδαν χωρίς καμιά αμφιβολία. Η προδοσία έμοιαζε περισσότερο με την αδημονία της ολοκλήρωσης της διαδικασίας των εκταφών και το τέλος της κατάδυσης στα βάθη της ύπαρξης της ιστορίας παρά με οτιδήποτε άλλο. Δεν έβρισκε καμιά άκρη για να κρατηθεί στην επιφάνεια μιας αλήθειας καλά θαμμένης. Δεν γνώριζε κανείς πότε θα ολοκληρωνόταν η διαδικασία. Τα οστά γίνονταν σωρός από κουρελιασμένα σώματα. Ένα βράδυ σαν όλα τα τελευταία, ακούστηκε ότι οι επιστήμονες είχαν φύγει από το νεκροταφείο και έτσι οι εργασίες είχαν ήδη ολοκληρωθεί. Την επόμενη δεν θα πήγαινε κανείς στους τάφους. Οι εκφράσεις των προσώπων των σκαπανέων έδειχναν λυτρωμένες. Οι αξιωματικοί και οι παπάδες, ικανοποιημένοι για την έκβαση των εκταφών έβρισκαν και πάλι τη θέση τους στον θρόνο της αποκατάστασης των φονιάδων. Οι ταφόπλακες βρέθηκαν πίσω στις θέσεις τους. Τα χώματα έπαψαν να είναι δροσερά σκεπάζοντας και πάλι την αλήθεια. Οι κραυγές σώπασαν και τα μάλλον αρκετά οστά παρέμεινα στα αιώνια κελιά τους πίσω από τις ρίζες των δέντρων να ερωτοτροπούν με τα σκουλήκια ξεκινώντας την πορεία προς στο κέντρο της γης εκεί που η αλήθεια πλέον καταργείται.

Ο σκαπανέας επέστρεψε μόνος του στο νεκροταφείο. Ξάπλωσε πάνω στους κλειστούς τάφους. Άρχισε να σκάβει με τα χέρια. Τα νύχια του γέμισαν χώματα. Άρχισε να βάζει το χώμα στο στόμα. Το έφτυνε και επέμενε να το καταπίνει. Οι πνεύμονες του γέμισαν με λάσπη και μ’ ένα ορθάνοιχτο τεντωμένο στόμα προσπαθούσε να ξεράσει λέξεις. Ο βαθύς βήχας βοηθούσε να μην πνιγεί γιατί έσπρωχνε τα ξένα σώματα προς τα έξω. Επέμενε να καταπίνει το χώμα και να μασάει με τα δόντια και μ’ ένταση τις πέτρες και τα υπολείμματα οστών. Από το στόμα του έρεε αίμα, σάλια και λέξεις από δόντια. Το πρόσωπο του σκαπανέα εκλιπαρούσε το οικείο του περιβάλλον. Με υστερικές κινήσεις έσκαβε με περισσότερη δύναμη τον τάφο. Τα χέρια έλιωναν με την τριβή. Τα δάκτυλα άρχισαν να μικραίνουν, τα κόκαλα έψαχναν τις χαμένες ρίζες τους. Μια μαύρη οπή εμφανίστηκε στο στέρνο κι έγδερνε το δέρμα προς το στόμα. Το στόμα είχε την ανάγκη ν’ αρπάξει τον εαυτό του και να τον καταπιεί. Η οπή γεμάτη από χώμα άφηνε το δικαίωμα να γαργαλάει τα ματωμένα χείλη.    

Του έδωσε απλόχερα ένα μέρος από την κνήμη της ιστορίας. Ευτυχώς κρατούσε τον δίσκο με τα υπόλοιπα οστά. Τα τοποθέτησε πάνω στο τραπέζι και άρχισε να τα τρώει με τα χέρια.

 


Ο Αναστάσης Πισσούριος γεννήθηκε στην Κύπρο το 1980. Σπούδασε Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της Πάτρας και μεταπτυχιακό στη Μοντέρνα Ευρωπαϊκή Φιλοσοφία στο Kingston University στο Λονδίνο. Το 2019 έχει μεταφράσει την ποιητική συλλογή Στην Αιχμή του Πάθους του Παλαιστίνιου ποιητή και πρόσφυγα Mahmood Alsersawiαπό τις εκδόσεις Πορεία. Επίσης, εξέδωσε το βιβλίο Μαθθαίννω Κυπριακά από τις εκδόσεις Αρμίδα. Έχει δημοσιεύσει βιβλιοκριτικές και διηγήματα σε ηλεκτρονικά και έντυπα λογοτεχνικά περιοδικά.