Γιώργος Πάσχος | Το Συνεργατικό

© Anders Petersen

Είχαμε περάσει πολλά σε αυτό το Συνεργατικό σε σημείο που να μπερδεύουμε το πραγματικό με το φαντασιακό. Είχαν συμβεί γεγονότα που την επόμενη μέρα έμοιαζαν ως φαντασίες και φαντασίες που κατευθείαν φορούσαν τον μανδύα των γεγονότων. Φυσικά για αυτό το μπέρδεμα δεν έφταιγε μόνο το μακρινό παρελθόν της νεανικής μας ανεμελιάς,  αλλά και οι άπειρες μπύρες που πλακώναμε στη μικρή αυλή του μαγαζιού. Θόλωναν την συνείδηση, ανάδευαν τις λέξεις και έφερναν ένα μειδίαμα, που φανέρωνε σχεδόν μεταφυσικά το ποσοστό αλκοόλ στο αίμα μας. Όσο πιο μεγαλοπρεπές και οξύ, τόσο πιο νοθευμένο το αλκοόλ από το αίμα και την σούρα μας. Όσο πιο εξασθενημένο και αμβλύ, τόσο πιο αποτυχημένο το βράδυ και ο σκοπός μας.

Δεν υπήρχε συγκεκριμένη ιεροτελεστία. Ούτε κάποιο τελετουργικό που να βεβαίωνε την παρουσία μας στον χώρο. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι εμφανιζόμασταν τις ένδοξες μέρες των ένδοξων λάιβ του Γκαγκάριν για να φτιαχτούμε πριν το μεγάλο χτύπημα. Τότε όμως δεν υπήρχε μπύρα. Μόνο κρασί υπήρχε. Κατά προτίμηση και κατά αποκλειστική κατανάλωση χείριστης ποιότητας ημίγλυκο χύμα, συνοδευόμενο από τον κλασσικό μεζέ που περιείχε μερικές ελιές και κανά δυο παξιμάδια. Περί μέθης λοιπόν πριν τα λάιβ. Και μετά. Και κατά τη διάρκεια φυσικά. Σαν τον Παπαγιώργη που φώναζε, έψελνε, κήρυττε: Πίνετε πάντα, δεν θα πεθάνετε ποτέ. Και εμείς τον κάναμε μότο και στίχο και σύνθημα στα χείλη μας. Και τραγουδούσαμε ως κουρέλια που ήμασταν και πιστεύαμε ότι τα κουρέλια τραγουδούν ακόμα.  Για αυτό πάντα καταλήγαμε λιώμα να χτυπιόμαστε στα αφτεράδικα, περιμένοντας να ανοίξει το μετρό μπας και καταφέρουμε να σύρουμε το σαρκίο μας μέχρι το πολυπόθητο κρεβάτι.

Τα τελευταία ποτήρια τα πίναμε ἀχόρταγα, υπάρχουν μαρτυρίες άλλωστε που δύνανται να το αποδείξουν. Και καθώς δεν χορταίναμε, μια ακόρεστη περιέργεια σαν εκείνη του περιηγητή πού γυρίζει  τους  τόπους  για  να ανακαλύψει την Νέα Αμερική, μας χτυπούσε ξαφνικά. Οφείλαμε να εξερευνήσουμε και να περιηγηθούμε σε κάθε γωνία της πόλης. Σε κάθε μπάρ και ποτό και μουσική και σοκάκι. Το οφείλαμε στα ποτήρια μας να γίνουμε πλάνες για μια βραδιά.  Η μέθη μας άλλωστε, στενά συνδεδεμένη με την πόλη, μετά από λίγο έπαιρνε την σάρκα της Αθήνας. Φορούσε τα ρούχα και τα ψηλά τακούνια της και φώτιζε μειλίχια τα ξεχασμένα της υπόγεια που ξεκουράζονταν καταϊδρωμένα δίπλα από το Συνεργατικό.

Συγκεκριμένο τραπέζι δεν είχαμε. Ούτε μια ζεστή γωνίτσα. Σιχαινόμασταν κάτι μπλαζέ τύπους που, επειδή συχνάζουν σε ένα μέρος, καταλαμβάνουν πάντα και συνήθως με το έτσι θέλω συγκεκριμένο τραπέζι-πάντα το καλύτερο- και συμπεριφέρονται λες και το τραπέζι βρίσκεται όχι στο Συνεργατικό αλλά στο σαλόνι τους, συγχέοντας το δημόσιο με το ιδιωτικό. Βεβαίως, και εμείς το μαγαζί το νιώθαμε ως ένα δημόσιο σαλόνι. Οικείο, με όμορφη πάντα μυρωδιά και σχετικά υποφερτή τσιγαρίλα, μουσική που έσπαγε κόκκαλα και ρεμπέτικα γλέντια που μοίραζαν το ελιξίριο της ζωής απλόχερα. Τα μεσημέρια ο ήλιος το χτύπαγε γλυκά, ενώ το βράδυ η σκιά των δέντρων της αυλής έδινε μια τροπική νότα στον κατά τα άλλα αστικό χώρο. Εκτός από αμέτρητα μεθύσια που είχαμε κάνει, εκεί πήραμε και αποφάσεις ζωής. Ερωτευθήκαμε, καταστρώσαμε ταξίδια και εξορμήσεις, γιορτάσαμε τα πτυχία μας, βγήκαμε πρώτα ραντεβού. Πήραμε όντως αποφάσεις ζωής. Ειδικά μετά απο δύο- τρία ούζα.  Ποτέ όμως τόσο σημαντικές όσο αυτές που δεν θυμόμασταν το επόμενο πρωί. 

Μπαίναμε μέσα λοιπόν και η όμορφη Όλγα, η δική μας Όλγα, η Όλγα η απροσπέλαστη, η Όλγα που σπούδασε κριτικός τέχνης και κατέληξε να κρίνει τα ποτήρια μας, καθώς εκείνα, ωσάν τρύπια που ήταν, άδειαζαν συνεχώς, ρωτούσε: Τι θα πιείτε σήμερα αγαπητοί; Τον κατάλογο όλο απαντούσε ο ένας. Κλασική ατάκα με ολίγο άντεργκραουντ. Την είχε κλέψει από το Πάρκο του Μπαμπασάκη και ένιωθε υποχρεωμένος να την λέει καθημερινά με σκοπό να γίνει γνωστή σε όλη την επικράτεια του ανεξάρτητου φαντασιακού και πραγματικά ανυπέρβλητου κρατιδίου του μυαλού μας.  Και εμείς, περιμένοντας με άγχος και λαχτάρα, μόλις άρθρωνε τις τρείς αυτές μαγικές λέξεις γελούσαμε εγκαρδίως σαν μανιακοί δολοφόνοι λίγο πριν τη στιγμή του εγκλήματος.

Το δρόμο για το μαγαζί, νομίζω τον θυμάμαι ακόμα, παρότι έχουν περάσει αρκετά χρόνια από την τελευταία φορά που βρέθηκα στα Πετράλωνα. Ίσως και να έχει κλείσει πια το Συνεργατικό, ποιός ξέρει. Ίσως να μην άντεξε στη δύναμη του χρόνου. Ίσως, τώρα πια που μεγαλώσαμε εμείς, να μην βρέθηκαν άλλοι θαμώνες, ικανοί να μεθάνε με αντοχή, επάρκεια και συνέπεια δύο φορών την εβδομάδα. Ίσως να έγινε Airbnb ή πολυκατοικία τέρας που καταπίνει καθημερινά τα ενοικιαζόμενα ανδρείκελα της. Ίσως. Πολλά τα ερωτήματα και μεγάλη η αβεβαιότητα. Ένα είναι το σίγουρο μετά από τόσα χρόνια. Ό,τι και να συνέβη. Το Μην Κλαις της Μπέλλου ακόμα αντηχεί στα τσιμέντα του.

Συνήθως κατεβαίναμε Μοναστηράκι και με μπύρα στο χέρι διασχίζαμε την Ερμού. Δεξιά και αριστερά, άνθρωποι της αφάνειας, οι σύγχρονοι είλωτες, η επιστροφή στην πραγματικότητα και τον ρεαλισμό της σιχαμένης και βάρβαρης καπιταλιστικής εξαθλίωσης. Κούτες βρεγμένες και σκισμένες να μας θυμίζουν ότι η ζωή μαδάει πιο εύκολα από τις μαργαρίτες που μαδούσαμε μικροί την άνοιξη. Το πράσινο μίλι έφτανε στο τέλος του αγκομαχώντας και εμείς καταφθάνοντας στο Θησείο και με τη συνοδεία της δεύτερης μπύρας να έχει ήδη φτάσει, συνεχίζαμε προς τα κάτω. Το αρχαίο νεκροταφείο στο δεξί μας χέρι. Κεραμικός πιά. Τι όνομα και αυτό. Δανεισμένο  από τον συνοικισμό των κεραμέων που είχαν εγκατασταθεί στις όχθες του ποταμού Ηριδανού. Εκεί δίπλα, μάλλον, ίσως -γιατί όχι;- είχε εκφωνήσει ο Περικλής τον Επιτάφιο του. Επιτάφιος βεβαίως και οι ιστορικές μας γνώσεις, περιφερόμενες από εδώ και από εκεί να δέχονται τριαντάφυλλα και λοιπά λουλούδια από μαυροφορεμένους αγνώστους στους δρόμους της Αθήνας.

Πειραιώς και Ευρυθώς η συνέχεια. Συναντούσαμε το εργοστάσιο του Παυλίδη  και τις μέρες που ήταν ανοικτό παίρναμε βαθιές ανάσες. Ακόμα και το καλοκαίρι αυτή η μυρωδιά, αυτή η συνουσία, αυτή η σύζευξη των δέντρων που στόλιζαν τους δρόμους και του υγρού πυρός της σοκολάτας του Παυλίδη ήταν αξεπέραστη καθώς ερωτοτροπούσε ξεδιάντροπα με τις μύτες μας. Εκεί, πάντα, άνοιγε η τρίτη μπύρα, η οποία καθώς ήταν ελάχιστα πιο ζεστή από τις προηγούμενες, έφευγε η μακαρίτισσα με ταχύτητα φωτός και γινόταν ανάρπαστη από τα λαίμαργα στομάχια μας. Έπρεπε να ξεχάσουμε τις σοκολάτες. Σε λίγο καταφθάναμε στο γωνιακό Συνεργατικό.

Μπαίναμε, Κοιτούσαμε, Αναπολούσαμε. Το δικό μας Veni- Vidi- Vici. Πολλές φορές η συζήτηση άναβε. Κυρίως για την πολιτική. Τσακωνόμασταν με τις ώρες για την σύγχρονη αριστερά, την ανάγκη αντίστασης και οργάνωσης, για τα λάθη μας, για το μέλλον. Φυσικά μιλούσαμε και για τις ουτοπίες μας σε μια πληθωρική εξωτερίκευση που δεν θα ζήλευε κανείς νηφάλιος και σώφρων άνθρωπος.  Και εκεί κατέβαιναν με μια ιλιγγιώδη, κυρίως ανεξήγητη και ίσως μεταφυσική ταχύτητα τα ούζα. Είχαμε την άποψη ότι ουτοπία δεν είναι κάτι το μεταφυσικό, κάτι το άπιαστο και ανέφικτο. Ουτοπία συμφωνούσαμε είναι ο ου τόπος, εκεί που δεν έχουμε φτάσει ακόμα. Ουτοπία είναι η πραγματική θέσμιση της φαντασίωσης για κάτι άλλο, καλύτερο, διαφορετικό. Αυτά λέγαμε και διαβεβαιώναμε ο ένας τον άλλον μετά την πέμπτη μπύρα και το έκτο τσίπουρο.  Μαλακίες, φώναζε από το μπάρ ο ένας από τους πολλούς συνεργάτες του εγκλήματος που πραγματοποιούταν σχεδόν καθημερινά στο Συνεργατικό. Ουτοπία ρε μαλάκες, έλεγε, είναι η κρύα μπύρα μια καυτή μέρα. Ουτοπία είναι η τελευταία γουλιά από το ούζο και ένα κεφάλι άδειο από σκέψεις και σκοτούρες. Ουτοπία ρε είναι τα μικρά, τα καθημερινά. Ένα γαμάτο τραγούδι στο ραδιόφωνο. Μια συναυλία. Ένα κρασί με αυτήν που γουστάρεις. Ουτοπία ρε μαλάκες είναι αυτό το Συνεργατικό.

* * *


Ο Γιώργος Πάσχος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1996. Είναι ερευνητής και μεταπτυχιακός φοιτητής πολιτισμικής κοινωνιολογίας.