Μαρία Τζιαούρη- Χίλμερ | Το γράμμα

Του τηλεφώνησαν στο Πανεπιστήμιο και του είπαν πως πέθανε ο πατέρας του από έμφραγμα. Δεν έκλαψε καθόλου. Η μάνα του είχε ήδη πεθάνει πριν χρόνια. Αδέλφια δεν είχε. Έκλεισε αμέσως πτήση για την Ελλάδα. Στην κηδεία ήταν μόνο κάποιοι γείτονες, θείες, θείοι και τα ξαδέλφιά του. Δεν έκλαψε ούτε πάνω απ΄τον τάφο. Μετά τον καφέ, […]

Μαρία Τζιαούρη- Χίλμερ | Αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα

«Δεκαπέντε, δεκαέξι, δεκαφτά… είκοσι. Είναι γλυκιά η νύχτα  απόψε», τους ψιθυρίζει σκυφτός παρακολουθώντας την ιεροτελεστία μιας αλλιώτικης άνοιξης. Βγαίνει για βόλτα πάντα μετά τις δώδεκα το βράδυ. Όταν όλοι, ή σχεδόν όλοι κοιμούνται. Αυτός δεν κοιμάται πια πολύ. Σταματάει στα πεζοδρόμια για να μυρίσει τις ανθισμένες νεραντζιές, κόβει κάθε φόρα έναν ανθό ρίχνοντας κλεφτές ματιές […]

Μαρία Τζιαούρη- Χίλμερ | Έρωτας

Αναζητώ εσένα όπως το βρέφος το βυζί της μάνας του ένα άγγιγμα που ξεκινάει μια ισόβια πράξη. Κάνω δυο τζούρες απ’ το τσιγάρο σου εκεί ανάμεσα στο δέρμα και τα δάχτυλά σου. Ακούω τις μουσικές που αγαπάς και κρατάω σε κίτρινα χαρτάκια τους στίχους που λατρεύεις. Σου γράφω ερωτικές επιστολές και σβήνω τις αποχές, τις […]

Μαρία Τζιαούρη- Χίλμερ | Η νιψομαντηλιά*

-Φέρτην να σε σκουπίσω. -Άπλωσ΄την χαμαί.* -Νύφτου* γιέ μου καλά να φύουν οι βρωμιές. -Σφούντζισε* κόρη μου τα μάθκια σου. Μεν κλαίεις. Νίφκουνται, σκουπίζουνται, απλώνουν την ποτζεί* τζαι ποδά*. Η νιψομαντηλιά. Έσσιει αθρώπους που δίχα* της έν κάμνουν. Βρεμμένη για* στεγνή εν τζαμαί τζαι καρτερά τους, να στεγώσουν τα δάκρυά τους, να σφουντζίσει τον κάματό […]

Μαρία Τζιαούρη- Χίλμερ | Ο Βασίλης

Η χριστουγεννιάτικη μπάλα με τ΄ ασημένια και τα κόκκινα γκλίτερ στιφογυρνάει σαν σβούρα στο κρύο μάρμαρο. «Εκτός από την μπάλα σου ΄φερα κι ένα χρυσό κασκόλ. Απο ΄κείνα τα μάλλινα με τα φτερά που σου άρεσαν να φοράς. Γκλίτερ και χρυσό. Όλα όσα αγαπούσες». Μιλούσα για πολλή ώρα, μα τα μάτια στην φωτογραφία με κοιτούσαν […]

Μαρία Τζιαούρη- Χίλμερ | Το χαλαμάντουρον*

Θωρώ το χαλαμάντουρον Τζι΄ ας είν΄ξεθωρκιασμένον. Πόξω* βλαστούν κυκλάμινα, ποτζείνα που μοσκοβολούν. Μέσα τζοιμούνται άδρωποι, πουν΄ έχουν πού να πάσιν*. Τζαι πίσω που το χαλαμάντουρον ζουν γρόνια τωρά οι άλλοι. Που τους επέψαν* μες τα ξένα σπίθκια να μεινίσκουν*. Εν τζαι θέλαν τα πλάσματα να πάσιν. Εν με το ζόρι που τους εστείλαν. Μα επήαν. […]

Μαρία Τζιαούρη- Χίλμερ | Δύο ποιήματα

[Στάσεις λεωφορείων] Στις στάσεις των λεωφορείων κοντοστέκονται οι άνθρωποι. Μαζί τους οι προσμονές, οι φόβοι και οι τιμωρίες. Μαζί τους και ο καύσωνας. Με τα καλάθια και τα σακίδιά τους γεμάτα στιγμές. Ακούς σποραδικά ιστορίες μεγάλων ανθρώπων. Ιδρώτας, ξέπνοες ανάσες, υγρά βλέμματα. Στις ίδιες στάσεις των λεωφορείων βλέπεις τη μοναξιά να περιμένει στα πρόσωπα και […]