Απόστολος Θηβαίος | Όσα λένε τα μπλουζ

© Jean-Pierre Favreau

Σπάραξε για Εκείνον μα ήταν πλέον αργά. Οι στρατιώτες τον είχαν πάρει, τον περίμεναν γκρεμοί. Θα τον σώσουν οι νωπογραφίες και τα φρέσκο που μιλούν σήμερα για αυτόν με μια αίσθηση δοξαστική. Για αυτόν που θέλησε ολόκληρη την φιλία για τον εαυτό του και με την αγάπη, πλήρωσε την βλασφημία ετούτη, ούτε λόγος. Για αυτόν που είμαστε εμείς, ούτε κουβέντα, ούτε ψίθυρος. 

 

Τον είδε, δεν θα΄χε χαράξει ακόμη μα τον είδε περισσότερο από καθαρά. Σαν ίσκιος περνούσε από το καλντερίμι, τρεκλίζοντας, σπάζοντας το λεπτοφυές γυαλί της νύχτας. Είπε να τον πάρει στο κατόπι, να δει τι κίνδυνος τον κατέβαλε, ποιος θεός του ταράζει τα φρένα. Όμως εκείνος είχε κιόλας χαθεί, αφήνοντας πίσω του έναν ήχο χρυσαφιού και μια αίσθηση από φτερά πεταλούδας. Εκείνοι που άνοιξαν τις πόρτες, τα παράθυρα που ανέμισαν μια ιδέα και ύστερα σωπάσανε δεν μπορούσαν τίποτε να αλλάξουν πια στην ιστορία.

Μια γυναίκα με άσχημο πεπρωμένο, που την σάρωσε ο καιρός σαν τ΄ακρογιάλι, του εξήγησε την αιτία αυτού του καημού που περνούσε ολομόναχος μες στην αιωνιότητα , φλέβα βασιλική εκείνου του καιρού και κάθε καιρού. Ένα κορίτσι μες στην καρδιά του πρωινού ιντερμέτζιο του αποκάλυψε την φοβερή ιστορία.

«Είχαν μαζευτεί από νωρίς στην ταβέρνα, είχαν κάνει δική τους την σάλα και έπιναν σιωπηλοί. Πίσω τους το φοβερό μάτι του κόσμου που όλα τα βλέπει. Θα ΄χε νυχτώσει όταν φάνηκαν οι στρατιώτες. Είπαμε πως η τύχη μας άλλαξε και πως με τόσον έρωτα θα ζήσουμε κομμάτι και εμείς που΄χουμε χάσει πια κάθε ευκαιρία. Όμως ο στρατός μας διέταξε να μείνουμε στα σπίτια μας και ανηφόρισαν με δάδες ως απάνω στον δρόμο της ταβέρνας. Δεν ξέρω ποιον έβλαψε μα εκείνη την ώρα ακούστηκαν κραυγές και σπασμένα σκεύη, ένας χτύπος και άλλος ένας και έπειτα η κομπανία που επιστρέφει βιαστική, αποφασισμένη. Εμπρός παραπατάει μια μεθυσμένη, ρωμαϊκή παλιατσαρία, άλλο να σας το λέω και άλλο να το βλέπετε με τα μάτια σας. Πίσω ένας κατάδικος και στο κατόπι του το εξωφρενικό πλήθος με τα σκληρά λόγια, τις χειρονομίες, την κοπαδιαστή καρδιά. Τον πάνε στο κέντρο της διοίκησης, απόψε γυρεύουν κάποιον να σταυρώσουν και του λόγου του κλόνισε τόσο τα πράγματα που είχαν οι άνθρωποι νιώσει για γνώριμα. Αυτός που είδες να γλιτώνει μέσα την ποιητική βραδιά, λένε πως τον πρόδωσε και αποκάλυψε την ταβέρνα πάνω στον λόφο. Αυτός έγραψε λοιπόν την τελευταία σκηνή της ιστορίας και τώρα παλεύει να κερδίσει την λησμονιά.

Δες τον μες στην τόση μοναξιά του, δρόμο δεν έχει για να επιστρέψει στην παλιά του αθωότητα. Να μετρά τα κέρδη και τις απώλειες τούτης της τρομερής νύχτας, να γεωμετρεί και να ρυθμίζει της προδοσίας την απέραντη αμηχανία δίχως αντίκρισμα, αυτός ο σκοπός του έχει απομείνει. Δεν είναι από αυτό που λυπάται, δεν σαλεύει μες στον άνεμο δίχως αιτία. Σε όσους ρωτούν για αυτόν πες τους πως προσεύχεται με όλη του την καρδιά και όταν σωπαίνει και όταν ξαγρυπνά μες στην δολομιτική νιώθοντας βαθιά κατώτερος όλων των ανθρώπων.

Αν ποτέ θελήσεις να μάθεις την φριχτή του τιμωρία, τότε καλύτερα στάσου προσεκτικά και θα ακούσεις τα ωραία μπλουζ του Ισκαριώτη που μιλούν για την αγνή αγάπη που έκανε λάθος και έπεσε από την δόξα της ιδέας της, να επανέλθει με χίλια πρόσωπα στο προσκήνιο της άνοιξης. Η προδοσία υπήρξε μια φορά και έναν καιρό αγάπη και φύση θεολογική που ξέπεσε και πάει.

Ακούστηκε η σειρήνα του πλοίου που αναχωρεί. Τίποτε άλλο δεν πρόσθεσε εκείνη η γυναίκα. Έπειτα μια κομπανία από δεκανείς περνά από μπροστά τους, κραδαίνοντας τις λόγχες τους σαν σύμβολα περίφημα και φαλλικά. Κάπως απαίδευτοι, φανατικοί και όχι γεμάτοι με ταπεινοφροσύνη, κυνηγούσαν από το χάραμα τον προδότη. Να τον βρουν και να τον σκοτώσουν και αν το θελήσουν να  διαφεντέψουνε το πληγωμένο του το σώμα. Δίχως θρήνον και μέλος και ουαί.

Και παντού να παίζουν τα μπλουζ, επιβεβαιώνοντας πως ο σοφός καιρός και οι αρχιτραγουδιστές κανέναν δεν ξεχνούν, φτιάχνοντας από μια παλιά τραγωδία έργα λαϊκίζοντα με θέμα τους την ζωή.

 Σε όλη την εξοχή φέγγει μέσα από τα ανοιχτά παράθυρα η τρομερή πράξη του Ιούδα, είπε η γυναίκα πριν χαθεί μες στο ρημαγμένο του έρωτα, δώμα.


Απόστολος Θηβαίος