Απόστολος Θηβαίος | Το ναμάζι της Λιμνοθάλασσας

© Luigi Ghirri

[…Από γκρεμό σε γκρεμό
Ακούγεται καθαρό,
Διάφανο
Το όνομα.
Μεσολόγγι,
Μεσολόγγι..]

 

Το [i]ναμάζι της Λιμνοθάλασσας

 Ακόμη και σε χίλια χρόνια, ακόμη και πέρα από τις μέρες της γιορτής μέλλεται στο Μεσολόγγι να λάμπει στο στερέωμα. Βλέπεις, πριν από σχεδόν δυο αιώνες, ένα σμάρι απελπισμένο γύρεψε το κουράγιο να τραβήξει το όνομά του πέρα από τις χαρακιές της βροχής. Μια τέτοια, μέρα πεντάμορφη της άνοιξης επρόκειτο το Μεσολόγγι να καεί. Αρκεί μια στιγμή να σκύψει κανείς μέσα από τις σελίδες της ιστορίας για να δει τον κάτω κόσμο γεμάτο από ήρωες, μητέρες, αδερφές, ξένους που αγάπησαν τον τόπο, ψυχές πλασμένες από το σπάνιο εκείνο υλικό της ζωής που ξεχωρίζει το μεγάλο και αναφαίρετο δίκιο. Σήμερα, σαν έρθει η άνοιξη ξυπνά ένα ειδύλλιο που ανθίζει πάνω από τις στάχτες της τραγωδίας.  Αυτό είναι το Μεσολόγγι και ο μύθος που στους αιώνες θα το συντροφεύει, έξω και πέρα από τα πρόσωπα των εθνών και την κάλπικη την ιστορία.

Το΄παν κάποτε οι ποιητές πως έρχονται μήνες σκληροί. Κανείς δεν τους λογάριασε και όμως εκείνοι δεν έπνιξαν τα λόγια τους, είπαν την αλήθεια όπως κανείς μες στους αιώνες δεν το μπόρεσε. Μόνον κύκλωσαν τις ζωές τους με το πικρό τραγούδι της καρδιάς και στην ρίζα του χρόνου ακούμπησαν την προσευχή τους. Το΄παν οι ποιητές πως τα ανθισμένα σπαθιά μες στην καρδιά της άνοιξης δεν είναι άλλο από κυπαρίσσια και ρομφαίες που σου σκίζουν την καρδιά. Όπως το έγραψαν τα βιβλία και όπως το λέει η αιωνιότητα.  Να΄ξεραν την ιστορία του Μεσολογγιού, να΄χαν ακούσει από τις ντάπιες τις ιαχές των ελεύθερων πολιορκημένων καθώς σκίζουν την σιγαλιά μιας νύχτας, κανείς δεν το γνωρίζει. Να΄χουν ξεχωρίσει μες στις σελίδες των συγγραμμάτων, μες στο ρομαντικό σκιαγράφημα της ιστορίας την μορφή του λόρδου Βύρωνα καθώς διαβαίνει σαν πνεύμα μέσα από την πυκνή ερημιά του Αιτωλικού, κανείς δεν το γνωρίζει. Και αν ακόμη ολόκληρο το Μεσολόγγι πνίγεται μες στην άνοιξη απ΄άκρη σε άκρη, και αν ακόμη χαράζουν μες στην αυγή δρόμοι ποιμενικοί που τραβούν κατά τον χρόνο τον παρελθόντα, κανείς δεν το γνωρίζει. Όλα φαντάζουν αρκετά μες στην καρδιά τ΄Απρίλη που δοκιμάζει τις καρδιές και ξεσηκώνει από τα χώματα επαγγέλματα της φωτιάς που θαρρούσαμε για πάντα χαμένα. Αυτά που φτιάχνουν άνδρες γενναίους, προορισμένους να βρεθούν από τις λιμνοθάλασσες μες στην φωτιά της πιο απόλυτης ανθρωπιάς. Η ώρα της Εξόδου πλησιάζει. Μες στην απελπισία τους οι άνθρωποι αυτοί ελπίζουν, αντέχουν από γειτονιά σε γειτονιά, ζουν ελεύθεροι μα πολιορκημένοι, γυρεύουν την ομορφιά και την βρίσκουν στους κόλπους μιας βαθύτερης ηθικής.

«Κανένας να μη ομιλήση ή φωνάξη την ώρα τα εξόδου μας, εώς ότου να πέσει το δουφέκι εις το ορδί του Κιουταχή από την βοήθεια που περιμέναμε…»

«Ο Τζιαβέλας, με όλο το Βοηθητικό Σώμα να μείνει οπισθοφυλακή, αυτός με όλους θέλει περιέλθει όλον τον γύρον του Φρουρίου να δώσει την είδηση εις όλους και να τους πάρει μαζί του»

Εν Μεσολόγγιων, 10 Απριλίου 1826 

Μες στο παράθυρο της θύμησης πώς φέγγει πάντα το έρημο το Μεσολόγγι. Ολάνθιστο, γεμάτο περιβόλια και πλοιάρια που οργώνουν την λιμνοθάλασσα. Ματωμένο το Μεσολόγγι, με όλα τα πουλιά ξεστρατισμένα από την φωτιά υψώνεται μες στην καρδιά του άγριου μήνα. Ο Απρίλης δεν μας παραστέκεται. Ο Γκόρπας, ο Βύρων, ο Μάγερ, ο Φαν Όστεν, ο Στουρνάρας και άλλοι καθρεφτίζονται μες στον βυθό της λίμνης με ωραία πρόσωπα, νεανικά γεμάτα νοσταλγία και πάθος αμέριστο για του κόσμου το τραγούδι. Φέγγει το Μεσολόγγι την ώρα που οι τρεις τους μαζί με ένα τσούρμο εκτελεσμένους περνούν από τις γειτονιές βαστώντας τις ψυχές από τα στόματα. Κλαίει και πνίγεται το Μεσολόγγι μες στις ομίχλες κάποιου καιρού, όσο εκείνο το μπουλούκι διαβαίνει ζωγραφιές και αργαλειούς ακοίμητους, του ωραίου και του ιδανικού. Υφάδι δεμένο απαραβίαστα με το στημόνι του τούτη η ακοίμητη παράταξη που εξέρχεται των σελίδων της ιστορίας, θεμελιώνοντας την αιώνια Σαρακοστή των ανθρώπων. Τι επιτάφιος παράξενος, τι σχολή ωραίων μαθητών που περνούν, χαράζοντας με στίχους τις άδειες σημασίες. 

«Σαν ξημέρωσε η 13 του Απρίλη,
Είκοσι σπίτια μένανε όλα και όλα
Ορθά στο Μεσολόγγι.
Στις πλαταίες, στα χαντάκια,
Στα στενοσόκακα
Κείτονται χιλιάδες σκοτωμένοι
Και πάνω στην λιμνοθάλασσα
Πλέουνε άλλα αμέτρητα κουφάρια.
Τα σκυλεύουν»

Στο διάβα τους συναντούν την γυναίκα της Ζάκυνθος, μισή αρρώστια, μισή κουφάρι. Και στρέφουν το βλέμμα τους πάνω της και η γυναίκα κουλουριασμένη περνά και χάνεται μες στο καύκαλο του χρόνου επιστρατεύοντας τον τρόπο του ΙωάννηΝα σταθούμε στα φιλιατρά, να ξεδιψάσουμε, είπαν οι ποιητές και σαν απομεινάρια δέησης παλιάς, το μπουλούκι αποδεκατισμένο από την νύχτα περνά στους κύκλους της αθανασίας. Πες μας μωρέ Διονύσιε, τι΄ναι τούτο που σαλεύει μες στις καρδιές μας με άγρια δόντια μια τέτοια μέρα. Τι΄ναι αυτό Διονύσιε που ανεβαίνει σαν λυγμός ως απάνω στους αποσπερίτες, τι ναι ετούτο το αίσθημα, τούτο το άσμα των ασμάτων με τα λαδιά τα μάτια που΄ρχεται από τους ταρσανάδες με φωνή αρχαία και οικουμενική. Κανείς δεν αποκρίθηκε και όλα κυμάτισαν και όλα πλανήθηκαν μες στο ανύπαρκτο και το υψηλό που δεν τ΄αγγίζει ο καιρός ο δικός μας. Το Μεσολόγγι είναι μια κορυφή.

«Αντικρίζουν μια μικρή, μια τελευταία Κλείσοβα. Μα οι υπερασπιστές τούτου του τελευταίου προμαχώνα, όλο λιγοστεύουν. Δεν λείπουν μόνο όσοι σκοτώθηκαν από τις μπάλες μα και όσοι ξάγρυπνοι δυο μερόνυχτα, χωρίς να βάλουν στο στόμα τους ούτε μια γουλιά νερό, δεν τους απέμεινε πνοή στα στήθια…»

Και όλοι τους, οι δίκαιοι του ποιητή και οι μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού πήραν να χάνονται ο ένας μετά τον άλλον. Τα παιδιά χαροκαμένα, με σκισμένους τους λαιμούς μακραίνουν γελαστά, οι ποιητές σφίγγουν τα χέρια, την νύχτα την στεφανώνουν μαίανδροι και άνθινα στεφάνια και δεν είναι άλλο  από την σιωπή, από την ανέχεια της μάνας και τον ήχο του κόσμου που συμπάσχει, για αυτό είναι η ποίηση. Από τούτο το Μεσολόγγι μήτε ποτέ θα υπάρξει άλλο στους μέλλοντες χρόνους. Κοίτα μωρέ Θωμά, Διονύσιε, Νικόλα και εσύ, δείτε τα σπαθιά τα δαμασκιά που φέγγουν στο στερέωμα, σχολειό κρυπτό τούτος ο τόπος, ταγμένος στον ύψιστο προορισμό και την προδοσία.

Αυτά ήταν τα τελευταία τους λόγια προτού χαθούν. Άλλος για τα χελιδόνια και άλλος για το φεγγάρι και ο τρίτος ο καλύτερος για τ΄άστρα που ΄ναι στην πραγματικότητα κορίτσια δεκαεπτά χρονών, άμαθα στον έρωτα, δασκαλεμένα στην αφοσίωση. Μόνον μια Μεσολογγίτισσα απέμεινε μες σε ολόκληρη την πλάση, με καταπράσινα τα μάτια της, με τον ήχο της πνιγμένο. Είχε στο πρόσωπο την έκφραση εκείνης που δεν αγαπήθηκε πολύ. Αδύναμη η σάρκα της η αλλοτινή, σπάραγμα του εαυτού της. Μοιάζει στην μυρωδιά του καπνού και την παγωνιά που΄ναι ζητήματα αδιόρατα και διαχρονικά μες στο κύλημα του κόσμου.

«Αυτό στάθηκε το τέλος του Μεσολογγιού. Μήτε τα τόσα ασκέρια, μήτε οι τόσες αρμάδες μήτε οι τόσες τέχνες των Ευρωπαίων μήτε η αρρώστια μπόρεσαν να γονατίσουν τους υπερασπιστές του. Τους λύγισε η πείνα που κανείς αντρειωμένος δεν την νίκησε ποτέ. Μα ούτε και τότε παραδόθηκαν. Προτίμησαν να μείνουν λεύτεροι, εκείθε με τους αδελφούς, εδώ με τον χάρο.»

Την άλλη μέρα τίποτε δεν υπήρχε από τούτο το όραμα. Μόνον μια ανθρώπινη παρόρμηση, σαν δροσοσταλιά χτισμένη πάνω στα πράγματα, τα σπίτια, τα μνήματα των ανδρειωμένων.  Εκείνη η ιερή παρέα δεν άφησε σημάδι, δίχως να αλλάξει γίνηκε όνειρο και εχάθη. Όλα τα πήρε το αγέρι που φυσά από την πλευρά της λίμνης, την πρώτη φορά του κοριτσιού και τον παρθένο στίχο του κόσμου. Μόνον το Μεσολόγγι υπήρξε, σαν πάντα, με τους προμαχώνες του και τις ντάπιες και τους ακοίμητους φρουρούς του.

 Μην με ρωτάτε για εκείνη την γυναίκα.  Γεννήθηκε Μεσολογγίτισσα και τούτο από μόνο του αρκεί.

 « Και σε λίγο είδα ομπρός μου τη γριούλα
οπού μου έλεγε: Δόξα σοι ο Θεός, Ιερομόναχε,
έλεα πως κάτι σου ’ρθε. Σ’ έκραζα, σ’ εκούνεια, και δεν άκουγες τίποτες,
και τα μάτια σου εσταμάτιζαν στον αέρα, ενώ τώρα στα στερνά η γης εσκιρτούσε
σαν το χόχλο στο νερό που αναβράζει. Τώρα ότι έπαψε που ετελειώσανε τα κεράκια και το λιβάνι.
Λες οι δικοί μας να εκερδέσανε;»

 

«Και εκίνησα με το Χάρο μες στην καρδιά μου να φύγω.
 Και η γριούλα έπειτα που φίλησε το χέρι
κάνοντας μια μετάνοια είπε:
Και τί παγωμένο που ’ναι το χέρι σου.»

[i] Ναμάζι=προσευχή

 

*Τα αποσπάσματα που περιλαμβάνονται στο κείμενο ανήκουν :

  • στην ιστορία του Δημήτρη Φωτιάδη «Μεσολόγγι»
  • «Η Γυναίκα της Ζάκυνθος», Διονύσιος Σολωμός, non finito 
Απόστολος Θηβαίος