Δημοσθένης Μιχαλακόπουλος | Της Τζο

© André Kertész

(Η πόρτα του διαμερίσματος μόλις έχει κλείσει. Η νεαρή γυναίκα με τους μαύρους κύκλους στα μάτια, στέκεται όρθια στην είσοδο του σπιτιού. Φορά καλοκαιρινό φανελάκι και μια κοντή υφασμάτινη βερμούδα. Κάτω απ’ το λευκό και σχεδόν διάφανο δέρμα των ποδιών της φαίνονται οι φλέβες. Καθώς διακλαδίζονται στο λεπτεπίλεπτο κορμί της, μοιάζουν με κάποιον μυστικό κώδικα που κρατά καλά κρυμμένα τα μυστικά της. Ψάχνει από κάπου να κρατηθεί πριν λιποθυμίσει. Δεν έχει καμιά εμπιστοσύνη στον τοίχο ή στην πόρτα ακριβώς δίπλα της. Παίρνει μια βαθιά ανάσα κι αρχίζει να μιλά. Τα λόγια της, διστακτικά στην αρχή, αντηχούν στο σχεδόν άδειο διαμέρισμα κι επιστρέφουν στ’ αφτιά της. Είναι κάτι που σιγά-σιγά της δίνει όλο και περισσότερη αυτοπεποίθηση, μέχρι που ο λόγος της ρέει αβίαστα και εκφραστικά. Στέκεται πια καλά στα δυο της πόδια.) 

          Να σας συστηθώ πρώτα. Θα σας μιλήσω για όσα βλέπετε σ’ αυτό το ήσυχο μέρος που το λέω σπίτι μου. Μ’ αρέσει να μιλώ για το σπίτι μου. Ίσως γιατί λίγα πράγματα είναι άξια λόγου μέσα σ’ αυτό. Παρ’ όλα αυτά, δεν ξέρω πώς στο καλό καταφέρνω να μακρηγορώ κάθε φορά. Ας είναι. Αυτή εδώ η πόρτα λοιπόν. Δεν φαντάζεστε με τι κόπο κατάφερα να την ανοίξω. Είναι χωρίς αμφιβολία το πιο δυνατό πράγμα εδώ μέσα. Έχει τη δύναμη να κρατά κλεισμένα όλα όσα βρίσκονται μέσα στο διαμέρισμα. Ακόμα κι όταν αναπτύσσουν μια έντονη επιθυμία να αποδράσουν. Θα σας εξηγήσω αμέσως. Είναι κάτι μέρες που το διαμέρισμα κάνει μια στροφή ενενήντα μοιρών, καταλήγοντας πάντα με αυτή την πόρτα να προσανατολίζεται προς το κέντρο της γης. Όπως είναι φυσικό, η βαρύτητα αναγκάζει έπιπλα, ηλεκτρικές συσκευές, ρούχα, παπούτσια, μαξιλάρια και μαζί μ’ αυτά εμένα και τους τυχόν επισκέπτες μου, να στριμωχνόμαστε στην ξύλινη επιφάνειά της. Το ότι αντέχει όλη αυτή την πίεση και δεν πέφτουμε στο κενό από τον τρίτο όροφο που βρισκόμαστε, είναι κάτι που από μόνο του την κάνει άξια θαυμασμού. Δε συμφωνείτε;

       Είναι και κάτι άλλο όμως. Η πόρτα αυτή δεν ανοίγει παρά μόνο με έναν τρόπο και είμαι ο μόνος άνθρωπος επάνω στον πλανήτη που τον γνωρίζει. Και θέλω να παραμείνω ο προνομιακός κάτοχος αυτού του μυστικού. Γι αυτό μη ρωτήσετε λεπτομέρειες. Σας λέω μόνο ότι για να τα καταφέρω να την ανοίξω, είναι απαραίτητο να εγγυηθώ πως θα μείνω στα δεσμά μου πιστή. Ναι, αυτό έκανα και τώρα που σας άνοιξα και σας καλοδέχτηκα. Ούτε κι εσείς απ’ έξω θα μπορούσατε να το καταφέρετε. Έχει τη δύναμη να αντισταθεί ακόμα κι όταν όλη η πόλη στηρίζεται πάνω της και την σπρώχνει προς τα μέσα. Θα το βρείτε κομμάτι περίεργο και μάλλον υπεροπτικό, αλλά για την πόλη που ζω, ένα πράγμα μόνο θα πω. Κάθε στιγμή προσπαθεί να παραβιάσει αυτό που με προστατεύει κι επειδή κάτι τέτοιο δεν είναι καθόλου εύκολο, εφευρίσκει χίλιους δυο τρόπους για να καταλάβει το χώρο μου. Μάλιστα, νομίζω πως μερικές φορές τα καταφέρνει. Είναι οι στιγμές που ακούω ψιθύρους που βγαίνουν κάτω απ’ τα έπιπλα, πίσω απ’ τις κουρτίνες, μέσα απ’ τους τοίχους. Ή πάλι εκείνες τις φορές που ανοίγω το παράθυρο του φωταγωγού επιτρέποντας στον αέρα να περάσει -είναι απαραίτητο να γίνει κι αυτό ώστε να επιβιώσω- δεκάδες έντομα με επισκέπτονται και σουλατσάρουν δήθεν αδιάφορα στα μαρμάρινα πατώματα. Ξέρω καλά πως είναι σταλμένα για να προλειάνουν το έδαφος για τους άλλους. Εδώ που τα λέμε δεν μπορώ να κάνω και πολλά πράγματα με μυγοσκοτώστρες, παπούτσια και χημικά. Αφήνω λοιπόν το καραβάνι να αναχωρήσει οικειοθελώς. Όμως όχι από ‘κει που ‘ρθε. Ούτε από σιφώνια ή χαραμάδες. Δείχνουν, αυτά τα πλάσματα, μια προτίμηση να περνούν από τους πόρους του δέρματός μου ή κι απ’ τ’ αφτιά μου ακόμα και να στήνουν μια ιδιότυπη αποικία στα πιο νευραλγικά κύτταρά του οργανισμού μου. Ευτυχώς δεν ζουν για πολύ εκεί. Μάλλον είμαι τάφος εντόμων. Λέξεων, ιδεών, εικόνων. Γι’ αυτό βρωμάει το κορμί μου αναμνήσεις. Αυτό καμιά φορά γίνεται αφόρητο, όμως μόνο για μένα την ίδια. 

(σωπαίνει για λίγο, με το βλέμμα της να μένει καρφωμένο στην πόρτα. Δείχνει τον καναπέ που είναι τοποθετημένος με την πλάτη του κολλημένη στον τοίχο, ακριβώς απέναντι απ’ την είσοδο. Χωρίς να γυρίσει προς τα ‘κει, και απλά δείχνοντάς τον με το χέρι της, συνεχίζει να μιλά.) 

       Εκεί πίσω είναι ο καναπές μου. Μου τον χάρισε, μαζί με το κόκκινο ριχτάρι που τον σκεπάζει, η μητέρα μου πριν χρόνια. Μάλιστα ήταν και για εκείνην κληροδότημα της δικής της μητέρας. Η γιαγιά μου είχε το ίδιο όνομα μ’ εμένα. Την έλεγαν Τζο. Δεν την γνώρισα ποτέ.  (κατεβάζει το χέρι και βαδίζει προς τον καναπέ.)

Ελάτε! Έμαθα λίγα πράγματα για εκείνην από διάφορες διηγήσεις και διάσπαρτα δικά της αντικείμενα μέσα στο σπίτι. Ένα φλιτζάνι του καφέ, τα μαξιλάρια που βλέπετε στον καναπέ, τα γυαλιά της. Θυμάμαι τη μητέρα να μου λέει πως η γιαγιά όταν τα φορούσε έμπαινε σε μέρη που μόνο η ίδια έβλεπε κι άρχιζε να περιγράφει αυτή της την εμπειρία. Τα έχω ακόμα τα γυαλιά της. Σας τρώει η περιέργεια να μάθετε αν τα ‘χω φορέσει ποτέ! Ίσως κιόλας να επιθυμείτε διακαώς να δείτε μέσα απ’ τους θαυματουργούς φακούς τους. Υπήρχε βέβαια η σχετική απαγόρευση της μητέρας μου. Μα και χωρίς αυτήν φοβόμουν πως φορώντας τα, θα στερήσω από τη γιαγιά Τζο, τη σπάνια ικανότητά της. Πως θα της πάρω τη φωνή, θα της κλέψω τις λέξεις ή κάτι τέτοιο. Κι ακόμα το φοβάμαι.. Γιατί και τόσα χρόνια μετά, συχνά κάθομαι στον καναπέ και με λίγη τύχη μπορεί να ακούσω τις ιστορίες της. Δεν έχω καθίσει ποτέ σε πιο αναπαυτικό έπιπλο. Την πρώτη φορά νόμισα πως έχουν φωνή τα μαξιλάρια ή η πλάτη του καναπέ ή ακόμα έψαχνα τριγύρω γι’ αυτόν που μου κάνει αυτή την άθλια φάρσα. Τώρα πια ξέρω πως είν’ η ίδια η γιαγιά μου που κάθεται σε απόσταση αναπνοής και μου μιλά. Μέχρι που πρόσφατα, μου ζήτησε να πάρω τη θέση της. “ΕΣΥ!” μου είπε, “θα διηγείσαι από δω και μπρος”. Κι έπειτα σώπασε. Μου έδωσε τη σκυτάλη σαν να λέμε. Δεν έχω καταλάβει ακόμα αν η γιαγιά Τζο, έδειξε περισσότερη εμπιστοσύνη σ’ εμένα ή απλά δεν πρόλαβε να δώσει τη θέση στην κόρη της. Εδώ που τα λέμε το δεύτερο μου φαίνεται πιο πιθανό, και σίγουρα πιο δίκαιο απέναντι στη μνήμη και των δυο. (κάθεται στον καναπέ)

       Γιατί δεν κάθεστε; Σας παρατηρώ εδώ και ώρα που κοιτάζετε την πόρτα. Δεν θυμάμαι ποιος απ’ τους δυο μας το έκανε, πάντως είναι κλειστή. Τα υπόλοιπα τα ‘παμε. Ίσως μάλιστα σε λίγο συμβεί αυτό που σας περιέγραψα. Πάντα απροειδοποίητα ξεκινά, όμως σήμερα έχω αυτό που λένε, προαίσθημα. Εντάξει, ησυχάστε! Δεν είναι λόγος να σας κάνει να ανησυχείτε. Καθίστε παρακαλώ!

(Ένα απ’ τα μαξιλάρια του καναπέ πέφτει στο πάτωμα. Το χαμόγελο ικανοποίησης στο πρόσωπό της παγώνει ακαριαία. Η γυναίκα ταράζεται και αποτραβιέται στην άκρη του έπιπλου ταραγμένη, ενώ σκεπάζει πρόχειρα τα γυμνά πόδια της  με το κόκκινο ριχτάρι.)

Ποιος είσαι; Φύγε από ‘δω! Ξέρεις ποια είμαι εγώ; Πώς μπήκες; Ξέρεις ποια είμαι; Δεν επιτρέπεται..! Δεν.. Είμαι η Τζο! Είμαι η Τζο Νάγκελ!

ροσπαθεί να γαντζωθεί στον καναπέ. Είναι σαν να την τραβάει κάτι χωρίς τη θέλησή της. Οι φλέβες της στα μακριά της χέρια φουσκώνουν και φαίνονται ακόμα περισσότερο. Τα δάχτυλά της σέρνονται στο ύφασμά του, τα νύχια της αφήνουν σημάδια στη βελουδένια του επένδυση, μέχρι που τελικά τον αφήνει και τρέχει προς την είσοδο. Χάνει τον έλεγχο των βημάτων της και το κορμί της πέφτει με δύναμη πάνω στην ξύλινη πόρτα. Ξαπλώνει δίχως τις αισθήσεις της στο πάτωμα. Θα ‘ναι όλα τακτοποιημένα όταν συνέλθει.)

*****


Ο Δημοσθένης Μιχαλακόπουλος γεννήθηκε το 1979 στην Καλαμάτα. Για την ποιητική του συλλογή «Αταξίδευτα» (poema 2015) έλαβε το βραβείο Μαρία Πολυδούρη το 2016.»