Δώρα | Δύο ποιήματα

[Αναχώρηση] Άδειασε το νερό της θάλασσας στη βάρκα για να πνίξει στους αντικατοπτρισμούς της πρόσωπα γνώριμα, όμοια τώρα με στοιχειά. Ό,τι απέμεινε, ζωή που πάλλεται στον κόλπο της θαλάσσης. Αόρατα κουπιά ίσως να ‘ναι τα σύνορα ζωής – θανάτου. Πώς λοιπόν να εκκινήσει το ταξίδι και για πού; Μια πετονιά που φλεβίζει στα ακροδάχτυλα ψαρεύει […]

Δώρα | Αναμονή

Βρισκόμουν χαμένη στο ψυχρό δωμάτιο ενός λαβυρίνθου νοσταλγικής ρέμβης ⸱ με το χλωμό φως από τον γυμνό γλόμπο της ανεστραμμένης οροφής των ματαιώσεών μας, με τις γκραβούρες στους τοίχους που απεικόνιζαν την πόλη μας σε χρόνια που δεν υπήρξε και με τους πολυκαιρισμένους καναπέδες γύρω από το τραπεζάκι, που το κοσμούσε μια γλάστρα με ψεύτικα […]

Δώρα | Δύο ποιήματα

[Η ζωή] αφανίζει φύσει αφύσικα τις ανωστικές δυνάμεις στο ενδομήτριο υγρό πίπτει ελεύθερα σε όστρακο -χωρίς μαργαριτάρι- που απορροφά τα χρώματα ή σε μια άλλη εξιστόρηση του βίου σε όστρακο με κέλυφος οιονεί μαύρο να προοικονομεί ποίημα θανάτου   [Για ένα αποτυχημένο Requiem] Για το θάνατο γράφουμε δίχως ρανίδα αίματος να στάξει στο μελάνι. Και […]

Δώρα | Δύο ποιήματα

[Ανατροπή] Αγρίεψε ο καιρός τα ρούχα δεν βαστούν το σώμα. Χους εκ χοός σε κλεψύδρα το πάνω-κάτω αναμένεται η φόδρα με χάδια τρυφερά την άλογη τροπή να αναγγείλει. [Σε τόπο ακαθόριστο]  Μεταλλικές επιταχυνόμενες λάμψεις συρμάτων μιας κυκλοδίωκτης διαδρομής παλλόμενων σημάτων νευρωνικού ή οδικού δικτύου (;) σε σπίθες πυροτεχνουργών κάμπτουν τον ουράνιο θόλο. Τα κορναρίσματα άηχα […]

Δώρα | Τρία ποιήματα

[Το παιχνιδόκουτο] Άσπρες πινελιές από βαμβάκι στον γαλάζιο πυθμένα σου. Καμουφλάρουν τον θάνατο του πλανεμένου αστερία, ή                                     αθωώνουν τα ακτινωτά του φύκια;                                    Δέχτηκες ξανά μέσα σου τα εργαλεία -ιθύνοντα της όλης σκευωρίας-. Υπό το βάρος των τύψεων της παιδικής σου ανεμελιάς αναποδογύρισες. Ο ουρανός σου αίφνης περιχαρακωμένος. Και αναφώνησες: «Για φαντάσου! Ούτε μια παιχνιδόκουτα […]