Δημήτρης Α. Δημητριάδης | Τρία ποιήματα

© Lisette Model

Να σε σηκώνουν τα πουλιά

Νοέμβρης
κι εσύ να διασχίζεις πρωί την Εγνατία
μ’ έναν ήλιο απρόσμενο
αφήνοντας πίσω σου την Κατερίνη.

Άδειος ο δρόμος
να αιωρούνται πλατανόφυλλα
πάνω απ’ το λευκό σου Corca
σαν λέξεις στον αέρα να πετούν
στη χειμωνιάτικη λιακάδα
σαν ομορφιά που αγαπά να φανερώνεται
σε πάνινες λεωφόρους

κι όλα να πλαταγίζουν μέσα σου
να σε σηκώνουν τα πουλιά
να σε αρπάζει ο ήλιος
ακούγοντας στο Τρίτο Πρόγραμμα
τις μουσικές του Ντύλαν
της Μπαέζ

ακούγοντας τον εαυτό σου να κλαίει.

 


Όταν η νύχτα στοιβάζεται

α.

Νύχτα.

Κι ακούει τα φεγγάρια να κατρακυλούν
μες στις χαράδρες της ψυχής του.

β.

Μες στο σκοτάδι απόψε πάλι
σαν αδειανό πουκάμισο που ριγεί στον αέρα
χειρονομώντας χωρίς χέρια
πετώντας χωρίς φτερά

κυκλοφορώντας δίχως σώμα.

γ.

Περιπλανώμενος
στην ερημιά της νύχτας.

Να μιμείται το τσακάλι
μήπως κι ακουστούν τ’ αδέλφια του.

δ.

Αυτά τα ξερά δέντρα
μετακινούνται συνεχώς μες στο σκοτάδι.

Τα κλαδιά τους
θηλιά τυλίγονται
σφιχτά στο λαιμό του.

ε.

Γλιστράει η νύχτα
λέγοντας ονόματα

και το αίμα του κλαίει.

στ.

Νύχτα βαθιά

κι οδύρονται οι λυγμοί
σπαρταρούν
ξεσηκώνουν το σκοτάδι στο πόδι.

ζ.

Ένα τσιγάρο καίει
σιγοκαίει στην καρδιά του
μέχρι να γίνει καύτρα ολόκληρος

θέλοντας να ζεστάνει τη νύχτα.

η.

Κρύο βαρύ
βομβαρδίζει τη νύχτα.

Τα ποιήματα λόγια παιδιά
λέξεις κρασί για το ποτήρι
κούτσουρα για τη φωτιά.

 


Τα προδομένα δεκάρια

Τα προδομένα δεκάρια μελαγχολούν

περπατούν στις προπονήσεις τις Τρίτης
και σκέφτονται τις χαμένες ευκαιρίες της επόμενης Κυριακής
χωρίς μυαλό για διατάσεις
για φυσική κατάσταση
για βάρη

όσα δεν μπόρεσαν να δώσουν στα ματς
ο εφιάλτης τους είναι.

Κάθετοι μπαλαδόροι
μην αλλάζοντας θέση κι αριθμό
καλπάζουν κι αιωρούνται
σαν το αόρατο μαύρο που ίσκιους αφήνει
με κάλτσες κατεβασμένες
και τη φανέλα έξω απ’ το σορτσάκι.

Δεν ντρέπονται να κλάψουν
να ζητήσουν συγγνώμη
να σκάψουν στ’ ορυχείο του τερέν
ακούγοντας το γιούχα του φίλου ή αντίπαλου
αλλάζοντας μπαλιές μόνο με τον αέρα.
Ένα γκράφιτι η ζωή τους στις εξέδρες
να σβήνεται κάθε πρωί με τον ασβέστη
ένα γαμώτο
για τα γκολ που δεν κατάφεραν να βάλουν ποτέ.

Τα προδομένα δεκάρια μελαγχολούν

κάθε παιχνίδι τους παράπονο
παράπονο μακρύ
και σπάραγμα
σαν παράγραφος του Τόμας Μπέρνχαρντ
σαν το ατέλειωτο Μπολερό του Ραβέλ.

 


Ο Δημήτρης Α. Δημητριάδης γεννήθηκε το 1955 στο Τέμενος Παρανεστίου Δράμας. Συνεργάζεται με πολλά περιοδικά κι εφημερίδες λόγου και τέχνης και με τις επιθεωρήσεις πολιτικής και πολιτιστικής παρέμβασης «Κοινωνική Επιθεώρηση» και «Πολίτες». Αντιπροσωπευτικά ποιήματά του περιλαμβάνονται σε διάφορες ανθολογίες και συλλογικές εκδόσεις στα Γαλλικά, Ιταλικά, Πολωνικά και Αγγλικά. Άρθρα και μελέτες του μεταδίδονται από το ραδιόφωνο. Έχει εκδώσει δώδεκα ποιητικές συλλογές και τιμήθηκε για το έργο του από το Δήμο Θεσσαλονίκης και τον Σύνδεσμο Εκδοτών Βορείου Ελλάδος.