Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης | Το διαφθορείον

© Mario Giacomelli

nam nunc lenonum et scortorum plus est fere,
quam olim muscarum est cum caletur maxime
Plautus, Truculentus

 

Ωραίες μου κυρίες, θεωρείτε ότι η πολύωρη κι η εξαντλητική δουλειά με την τσάπα και το φτυάρι, η έλλειψη ανέσεων κι οι καθημερνές έγνοιες καταστέλλουν στους άντρες κάθε επιθυμία για τσιλημπουρδίσματα και τους στερούν την ευστροφία τού νου· μια ευστροφία που μπορεί να οδηγήσει στην ανακάλυψη μύριων τρόπων ικανοποίησης, στα κρυφά, αυτών των επιθυμιών. Δεν τολμάτε να παραδεχτείτε ότι κάθε παρόρμηση που καταπνίγουμε κατατρώει σαν σκουλήκι την ψυχή ώσπου στο τέλος αρρωσταίνει αυτή από νοσταλγία για όλα όσα απαγόρευσε στον εαυτό της κι ότι οι τερατώδεις κανόνες τής κοινωνίας τα μετέτρεψαν σε παράνομα κι εξωφρενικά. Μα ακόμα κι αν υποθέσω ότι είστε συνεπείς και σωστές στα συζυγικά σας καθήκοντα και ικανοποιείτε τις λιμπιντικές ορμές των συζύγων σας, αυτοί θα βρίσκουν πάντα τον τρόπο ν’ «αμαρτάνουν» (όπως κι εσείς εξάλλου!), γιατί στο τέλος αυτό που μετράει είν’ η ανάμνηση μιας ευχάριστης και φιλήδονης περιπέτειας!  

Η φράγκικη σχολή των καλογραιών ήταν ένα δίπατο κι ευρύχωρο κτίσμα ευρισκόμενο ανατολικά τού επινείου τής Αλχανίας, στην ιστορική συνοικία Χ…. Χτισμένη στην άκρη ενός βράχου, που ολημερίς τον έγλειφε η θάλασσα και τον παίδευε ο ήλιος, είχε ως αποστολή να «διαπαιδαγωγεί» μέχρι και πριν από μισό αιώνα τις άγουρες κι ανυποψίαστες τού τόπου αυτού.

Υπό τις εντολές τού διευθυντή της, κυρίου Λαχανέα, και με την ευλογία και το θέλημα των ουρανών οι αδελφές δίδασκαν τους πιο αυστηρούς θρησκευτικούς κανόνες σ’ όλες τις έγκλειστες κι υπέβαλαν κάθε επιθυμία τους σ’ εξονυχιστικό έλεγχο προκειμένου να περισωθεί η αρετή και να εξυψωθεί η εγκράτεια σε νόμο ζωής απαράβατο. Επομένως, καθετί που μόλευε την αγνότητα τής σάρκας έπρεπε να στραγγαλιστεί στα εσώψυχα των νέων κοριτσιών. Για πολλά χρόνια η σχολή των καλογραιών παρέδιδε στους κόλπους τού επινείου στρατιές θηλέων που ναι μεν ήταν πρόθυμα να θυσιάσουν το κορμί τους υπό το κράτος τού υμέναιου, αλλά για μία και μοναδική φορά στη ζωή τους, μόνον και μόνον για να φέρουνε στον κόσμο ένα κομμάτι κρέας, θυσία και τούτο στη ζωή.

Όταν η σχολή σφαλίστηκε, όχι μόνον σφαλίστηκαν για πάντα μέσα σε τούτες τις ψυχές οι αρχές τής αγιοσύνης, αλλά μισό αιώνα μετά συνέχιζαν οι αρχές τούτες να μεταδίδονται σαν τη χολέρα από γυναικολάσι σε γυναικολάσι. Όμως, τ’ αρσενικά της Αλχανίας λάβαιναν υποψίες γιατί σαν παράξενο πράγμα τους φαινότανε που οι πλανομάτες κι οι λυγεροκάμωτες τού τόπου δεν φρόντιζαν όσο θάπρεπε, ή έστω στον βαθμό που αυτοί θέλαν, για την αντρική τους χρεία. Με μάτι άγριο απ’ την επιθυμία και τα ξεσπάσματα της σάρκας μελετούσαν τη συμφορά ετούτη· και το κάναν καημό μεγάλο.

Μετά από λίγο το γέλιο έτρεχε απ’ το στόμα σαν πύο από πληγή, ώσπου στο τέλος άδειασαν οι δρόμοι κι απ’ αυτό. Μπροστά σε τούτη την κακιά την κρίση τα θηλυκά στεκόντουσαν με μια ξετσιπωσιά και με μία έπαρση αδιανόητη. Κι αν καμιά ξεχνιόταν και φερόταν με νάζι ή φλέρταρε, την επόμενη στιγμή φοβόταν μήπως την περάσουν για τρελή. Στο τέλος κόντευαν να ξολοθρέψουν κάθε ορμή και πειρασμό.          Όμως η νους πάντα απεργάζεται τρόπους για να γλιτώσει το σώμα απ’ την στέρηση και να ικανοποιηθεί μια εκ των βασικότερων αναγκών τού ανθρώπινου είδους, προκειμένου να μην οδηγείται ο άνθρωπος κάθε λίγο και λιγάκι σ’ ενδιαφέρουσες κτηνοβασίες ως έσχατη λύση, ή ακόμα χειρότερα να μην βυθιστεί στον ζόφο τής αρρώστιας και της τρέλας.

Ο λόφος Σοβώρα δέσποζε στο κεντρικότερο σημείο τού επινείου, ακριβώς πάν’ απ’ το λιμάνι. Πήρε τ’ όνομά του απ’ την ομώνυμη συνοικία που αγκάλιαζε τις υπώρειες τού λόφου. Η Σοβώρα διασχιζόταν από ένα πλατύ λιθόστρωτο πέρασμα, γνωστό ως οδός των Τυρρηνών. Πάνω σ’ αυτόν τον δρόμο και στα εκατέρωθέν του δαιδαλώδη βρομοσόκακα έβλεπε κανείς άτακτα στριμωγμένα ένα σωρό παραπήγματα, καμωμένα από πασσάλους ξύλινους και στεγασμένα με ντενεκέδες. Εκεί ζούσαν μαύροι κι ημίλευκοι Αφρικανοί, κυρίως φτωχοί Βεγγάζιοι, Κυρήνιοι και Μαυριτανοί που προερχόντουσαν από σκλαβοπάζαρα τής ανατολής. Συνήθως όλοι αυτοί ήσαν λάφυρα πειρατικών επιδρομών που έβριθαν στις θάλασσες την εποχή εκείνη.

Για να ζήσουν δούλευαν ως βαρκάρηδες, λούστροι ή χαμάληδες στην περιοχή του λιμανιού, εκεί δηλαδή όπου υπήρχε κι η περσότερη κίνηση λόγω των πολλών πανδοχείων, λεσχών, ιχθυοπωλείων, αποθηκών κι εμπορικών γραφείων. Επιπλέον, το επίνειο της Αλχανίας ήταν σημαντικό διαμετακομιστικό κέντρο καθώς είχε άμεση ανταπόκριση μ’ άλλα γνωστά εμπορικά λιμάνια τού καιρού εκείνου.

Στην κορφή τού λόφου Σοβώρα υπήρχε ένα τεράστιο δίπατο κτήριο που λειτουργούσε ως κέντρο διοίκησης τής Αλχανίας όταν το επίνειο τσαλαπατιόταν κάτω απ’ το σανδάλι, το τσαρούχι ή την μπότα του κατακτητή. Εκεί μέσα λαμβάνονταν όλες οι κρίσιμες αποφάσεις που καθόριζαν το μέλλον της Αλχανίας, ενώ χρησιμοποιείτο κι ως κατοικία τού εκάστοτε τυράννου.

Το κτήριο ήταν μεγαλοπρεπές, ένα θραμβικό κατόρθωμα της τέχνης. Είχε τους βοηθητικούς χώρους στο ισόγειο ενώ τα υπνοδωμάτια, τα διοικητικά γραφεία και η μεγάλη αίθουσα υποδοχής βρίσκονταν στον όροφο. Στην πρόσοψη υπήρχαν δύο σειρές από δέκα μεγάλα και μακρόστενα παραθύρια, μία για κάθε όροφο καθώς επίσης και παραπετάσματα πρασινάδας που αναρριχούνταν στους τοίχους. Χαρακτηριστικά κτισμένος ήταν ο κεντρικός άξονας τής εισόδου και του εξώστη που προέβαλε στηριζόμενος σε ιωνικού ρυθμού περίστυλο. Τα ταβάνια στο εσωτερικό ήταν ξυλόγλυπτα με επενδύσεις από μάρμαρο κι η επίπλωση έκτακτης πολυτέλειας. Η στέψη του κτηρίου ήταν με πεσίσκους και γλάστρες.

Το προαύλιο ήταν ιδιαίτερα μεγάλο, καλυμμένο με ξεμαλλιασμένα χορτάρια που αναμειγνύονταν με πυκνόκλαδες ελιές. Επιπλέον, συστάδες ολόκληρες από εκλεκτά και λαμπρά ρόδα κοσμούσαν την αυλή που παρείχε εσπερινό καταφύγιο σε σμήνη τρυγονιών.

Αυτό που παραξένευε κάθε επισκέπτη αυτού τού λαμπρού οικοδομήματος ήταν μια επιγραφή στην οροφή τού εξώστη, όπου σε μαύρο φόντο αναγραφόταν η φράση Rosa Necra! Κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει σε τι αναφερόταν και γιατί γράφτηκε εκεί.

Τ’ όλο συγκρότημα είχε πανοραμική θέα προς τον ωκεανό. Από κει πάνω το βλέμμα συναντούσε πρώτα τον μακρύ βόρειο λιμενοβραχίονα, στην άκρη του οποίου στεκόταν ο φαλόμορφος φάρος τού λιμανιού με το λευκό ακίνητο φώς του, κι εν συνεχεία τα άγρια νερά της θάλασσας που έπεφταν και σχίζονταν βίαια στους βράχους μπροστά απ’ τον λιμενοβραχίονα. Τις μέρες που η ατμόσφαιρα δεν είχε υγρασία κι η θαλάσσια αχλή είχε κατακαθίσει, το μάτι, απολαμβάνοντας όλη την υδάτινη έκταση που απλωνόταν μπροστά του, μπορούσε να δει μέχρι το σημείο εκείνο που η θάλασσα συγχέεται με τον ουρανό.

Μετά την απελευθέρωση τής Αλχανίας απ’ τους ξένους ζυγούς, τόσο το διοικητήριο όσο και κάτι άλλα κτίσματα όπως οι συναγωγές, τα τεμένη, το νομαρχείο και το τελωνείο, αφημένα στη μοίρα τους και στο έλεος του χρόνου, έπεσαν σε αχρηστία και με τον καιρό ερειπώθηκαν. Ίσως οι κάτοικοι τού επινείου δεν ήθελαν να βλέπουν κτίσματα που είχαν φτειαχτεί επί ημερών τής τυραννίας και τους θύμιζαν τις μαύρες μέρες τής δουλείας και τής καταπίεσης ή ακόμα και την πραγματική τους καταγωγή! Έτσι τα παράτησαν μέσα στην αφροντισιά και την αδιαφορία.

Το κτήριο του διοικητηρίου έμελε όμως να περισωθεί απ’ αυτήν την αδιαφορία και την αφροντισιά γιατί όπως θα δούμε πιο κάτω έπαιξε ένα σημαντικότατο ρόλο στην ικανοποίηση των φιλάνθρωπων ενστίκτων κάποιων ελάχιστων ονειροπαρμένων κι αιθεροβαμόνων και των γενετήσιων ορμών ολόκληρου του συζευγμένου (και μη) ανδρικού πληθυσμού τής Αλχανίας!

Λίγο πιο έξω απ’ τη συνοικία Σοβώρα, ζούσε ο κύριος Καβρός Μουρχούτας, ο επονομαζόμενος Leno· ένας εξηντάρης τον οποίο η φύση έπλασε χωρίς νάχει καλή προαίρεση: Ήταν κοντοφάρδουλος και πάνω στο πρησμένο κι ατσούμπαλο κουφάρι του ισορροπούσε μια τετράγωνη μούρη. Τα γουρλωμένα μάτια του ήταν τόσο μακριά το ένα απ’ τ’ άλλο που θα χώραγαν ανάμεσά τους κι άλλα δύο! Η μύτη του ήταν πλακουτσωτή κι ιδιαιτέρως ευμεγέθης κι απ’ τα ρουθούνια της προεξείχαν δύο μικρές τρίχινες τουφίτσες.

Ο κύριος Καβρός Μουρχούτας είχε τρία μεγάλα ελαττώματα. Ήταν δολιόβουλος, θρασύστομος κι επιρρεπής στη λαγνεία. Αυτή του η επιρρέπεια τον έβαλε σε σκέψεις για το πώς θα μπορούσε να ωφελήσει την τσέπη του χωρίς να κοπιάσει ιδιαίτερα και ταυτόχρονα με ποιο τρόπο θα έδινε διέξοδο τόσο στις δικές του ορμές όσο και στις ορμές των υπολοίπων δύστυχων αρσενικών της Αλχανίας, που όπως είδαμε στην αρχή της ιστοριούλας μας υπέφεραν, άθελα τους, από αγαμία. Η αιώνια λαχτάρα του για χρυσάφι, που του κατέτρωγε την καρδιά σαν σαράκι, δεν μπορούσε, φυσικά, να ικανοποιηθεί απ’ την τρέχουσα και κύρια απασχόλησή του· ήταν ιδιοκτήτης ταβέρνας και ταυτόχρονα προξενητής.

Σκαρφίστηκε λοιπόν το εξής: Μάζεψε όλους τους αθεράπευτα ρομαντικούς τού επινείου, που πίστευαν ότι μπορούν ν’ αλλάξουν τον κόσμο με αγαθοεργίες, φιλανθρωπίες, δωρεές κι οικειοθελή ή ανιδιοτελή εργασία (στην πραγματικότητα δεν ήταν τίποτα άλλο από ένα μάτσο ευκατάστατους κι ονειροπαρμένους νεανίες που είχαν πάρει επίτηδες το σχήμα τής λετσαρίας για να δηλώσουν έτσι ότι τάχα συνέπασχαν με τους ταπεινωμένους και καταφρονεμένους τής γης) και κίνησαν για το διοικητήριο όπου μετά από πολλές εβδομάδες κοπιαστικής δουλειάς, μετέτρεψαν τον λερό, ανήλιαγο και δύσοσμο χώρο του σε μια όαση διασκέδασης και σ’ ένα κύτταρο μάθησης, φιλαλληλίας, παρηγοριάς κι ανακούφισης των κατατρεγμένων και στερημένων.

Για πολύ καιρό ο κόσμος, όχι μόνον απ’ την Αλχανία αλλά κι απ’ τις γύρω περιοχές, συνέρρεε στην κορφή του λόφου για να παρακολουθήσει μουσικοφιλολογικές εσπερίδες και συναυλίες, να μάθει την τέχνη τής υφαντικής, της κεντητικής και του κουτσομπολιού, να εμπεδώσει τα μυστικά της γεωργίας, της κτηνοτροφίας και της ζωοκλοπής, να διδαχτεί την παρασκευή φόλας και να εξασκηθεί στην καλλιέργεια του φυτού papaver somniferum! Αυτό όμως που έχαιρε υψηλής δημοτικότητας ήταν τα μαθήματα ρητορικής. Σ’ αυτά μάθαινε ο κάθε ενδιαφερόμενος πώς να υπερασπίζεται όλα όσα απόκτησε με τον ιδρώτα των άλλων, πώς να πείθει ότι οι απόψεις του ήταν οι πιο πάνσοφες κι οι πιο ορθές και τέλος πώς να διασύρει τον κάθε αντίγνωμό του!        

Τις Κυριακές μαζευόντουσαν στο προαύλιο σχοινοβάτες, κυβιστές, ανδρεικελοπαίχτες κι ακροβάτες που δίναν παραστάσεις προς τέρψη τού φιλοθεάμονος κοινού, ενώ πλανόδιοι αστρολόγοι στήναν τα τηλεσκόπια τους στην άκρη του λόφου για να μαζευτούν γύρω τους ένα σωρό περίεργοι και να θαυμάσουν μέσα απ’ τους μεγεθυντικούς φακούς τ’ αστέρια και τους γαλαξίες.

Τρεις φορές την βδομάδα ο κύριος Καβρός Μουρχούτας τάιζε τους φτωχούς και πεινασμένους φουκαράδες τής Σοβώρα που ανέβαιναν τον λόφο βιαστικά κι έπεφταν με τα μούτρα, σαν λυσσασμένα σκυλιά, στα ωμά κρέατα, τα οποία είχε φροντίσει να βρίσκονται σκόρπια εδώ κι εκεί στον περίβολο τού διοικητηρίου. Τέλος, το διοικητήριο χρησιμοποιείτο κι ως κοιτώνας για τους κουρασμένους και φτωχούς στρατοκόπους, τους περαστικούς ναύτες και τους άστεγους τής Αλχανίας.

Θ’ αναρωτηθεί κανείς τι σχέση έχουν όλ’ αυτά με το σχέδιο τού κυρίου Καβρού Μουρχούτα να βγάλει τόσο τον εαυτό του όσο και τα υπόλοιπα δύσμοιρα αρσενικά της Αλχανίας απ’ την ερωτική απραγία (κοινώς αγαμία); Ήταν γνωστό ότι το κτήριο του διοικητηρίου διέθετε υπόγειους χώρους. Μια εσωτερική πέτρινη ελικοειδής σκάλα οδηγούσε στο πρώτο επίπεδο τού υπογείου· σε μια μεγάλη αίθουσα απ’ την οποία ξεκίναγε ένας διάδρομος, κατηφορίζων αρκετά μέτρα κάτ’ απ’ τη γη. Δεξιά κι αριστερά τού διαδρόμου ήταν χτισμένα μικρά δωμάτια και στο τέλος του υπήρχε ένας απόπατος. Οι χώροι αυτοί είχαν χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν ως φυλακές κι ως τόπος φρικτών βασανιστηρίων στα οποία χυνόταν αθώο αίμα διαφόρων φουκαράδων.

Ο Leno σκέφτηκε, λοιπόν, ότι το μέρος ήταν κατάλληλο για να μετατραπεί από κολαστήριο, που ήταν κάποτε, σε χαμαιτυπείο! Μακριά απ’ τα βλέμματα τού κόσμου, σε σημείο κρυφό κι αρκετά μέτρα κάτ’ απ’ τη γη, δημιούργησε τις κατάλληλες συνθήκες για κάθε είδους ερωτική περίπτυξη χωρίς να κινεί τις υποψίες των σεμνότυφων και θεοφοβούμενων κατοίκων τού επινείου. Επομένως, ό,τι συνέβαινε πάν’ απ’ τη γη λειτουργούσε ως πρόσχημα για να μπορεί ανενόχλητος και με μυστικότητα να λειτουργήσει το χαμαιτυπείο κάτ’ απ’ τη γη! Ο νους κανενός δεν θα πήγαινε στις βρομοδουλειές που ετοίμαζε ο Leno· o Leno που φρόντιζε τους αναξιοπαθούντες, που τάιζε τους πεινασμένους, που διασκέδαζε τις οικογένειες και τις ανακούφιζε απ’ τον καθημερνό κάματο.

Αυτοί που θα τον βοηθούσαν σε τούτο το εγχείρημα ήταν «άνθρωποι» τού σιναφιού του, δηλαδή ένα μάτσο αποκτηνωμένα δίποδα τους οποίους η φιλαργυρία κι η φιλοδοξία τους έφερναν κάθε λίγο και λιγάκι πάνω στις φτερούγες της ανυποληψίας. Όλοι τους ήταν κοντοί με μακρύ κορμό σε σχέση με τα πόδια, με μαλλιά μαύρα και γυαλιστερά σαν τον έβενο κι ένα κεφάλι χοντροκομμένο σαν κουβάς. Το πλατύτατό τους στόμα με τα μεγάλα κι απαισίως λευκάζοντα δόντια μεταξύ των χονδροειδών χειλιών τους και τ’ άγρια βλέμματά τους έκαναν όποιον τους συναντούσε να τρέμουν από φρίκη.  

Η πρώτη τους δουλειά ήταν ν’ αναζητήσουν το προσωπικό που θα εργαζόταν στο χαμαιτυπείο. Αυτό δεν ήταν δύσκολο γιατί η φτώχεια κι η ανέχεια εκείνα τα χρόνια ήταν μεγάλη στην Αλχανία, ιδιαίτερα στην περιοχή γύρω απ’ το λιμάνι, και πάντα υπήρχε ανάγκη για στέγη, φαγητό και λίγα χρήματα. Επέλεξαν, λοιπόν, τις πιο όμορφες και τις πιο νέες Βεγγάζιες και Κυρήνιες τής Σοβώρας που ήσαν ταυτόχρονα εγκαταλελειμμένα ορφανά, ή που οι γονείς τους τις οδηγούσαν στο δρόμο τής εκπόρνευσης, ή κοπέλες που τις εκμεταλλεύονταν οι εραστές τους.

Επιπλέον, αναλάμβαναν την πληρωμή των γυναικών, τις προστάτευαν και φρόντιζαν για την ομαλή λειτουργία τού χαμαιτυπείου. Ώστε αυτοί θα έπαιζαν τον ρόλο τού μπουρδελοκόμου. Ο επικεφαλής τους ήταν ο Βαλλίων, ένας γουρουνοσάγονος μούργος που στεκόταν πάντα στην βάση τής πέτρινης σκάλας, μπροστά απ’ τον χώρο υποδοχής τού χαμαιτυπείου.

Όταν μάζεψαν τις κοπέλες, ο Leno φρόντισε να τους αλλάξει τα ονόματα και να τους δώσει αρχαία και να τις εφοδιάσει με τα κατάλληλα ρούχα και τ’ απαραίτητα παρελκόμενα. Όλες οι κοπέλες ήσαν ψηλές σαν σημύδες, μ’ έντονα ζυγωματικά κάτ’ από μια σάρκα τής οποίας το δέρμα είχε όλες τις αποχρώσεις τού χαλκού, από την πιο σκούρα μέχρι την πιο φωτεινή. Τα χείλια τους ήσαν σαρκώδη και φλογερά ενώ τα μαλλιά αραχνοΰφαντα και τα μάτια σκοτεινά με ψήγματα κεχριμπαριού.

Τα διαμερίσματα κάτ’ απ’ τη γη υπέστησαν τις ανάλογες αλλαγές για να φιλοξενήσουν τους πελάτες. Η ευρύχωρη αίθουσα τού πρώτου επιπέδου έγινε χώρος υποδοχής. Τοποθετήθηκαν ανάκλιντρα όπου οι επισκέπτες θ’ αναπαύονταν περιτριγυρισμένοι από κοπέλες και κατακλυσμένοι από μια μεγάλη ποικιλία κρασιών κι αρωμάτων. Μια ελαφρώς υπερυψωμένη εξέδρα έπαιζε τον ρόλο τής σκηνής όπου μουσικοί με αυλούς, λύρες και κιθάρες, χορεύτριες, κι εταίρες επιστρατεύονταν για να διεγείρουν τους επισκέπτες και να τους προετοιμάσουν για τα περαιτέρω!

Σε κάθε δωμάτιο, δεξιά κι αριστερά τού κατηφορικού διαδρόμου, υπήρχε λυχνάρι, μια ψάθα σκεπασμένη με μαξιλάρια ενώ οι τοίχοι ήταν διακοσμημένοι μ’ ερωτικές παραστάσεις. Πάν’ απ’ το δωμάτιο τής κάθε κοπέλας υπήρχε πινακίδα με το όνομα της, την τιμή (κάτι μεταξύ δύο και πέντε ασσαρίων) και τις σεξουαλικές ιδιαιτερότητές της που ορισμένες φορές εκφράζονταν μέσω ενός μωσαϊκού (π.χ., cularae, fellatrices κ.λ.π.). Την εποχή που μιλάμε, δούλευαν εκεί μέσα οι ακόλουθες ροσπούδες: Νέαιρα, Αμπελίδα, Θαΐδα, Λάμια, Πυθονική, Φρύνη, Θεοδότα, Δρουσίλα, Αιχροδώρα, Ξυστιλίδα κι Εντίτουμ.

Το καλωσόρισμα των πελατών γινόταν μέσα σε ρούχα πρόστυχα. Τα ενδύματα που φορούσαν οι ροσπούδες ήταν λεπτά και διαφανή, σ’ αποχρώσεις κίτρινου και πράσινου. Χρησιμοποιούσαν παρασκευάσματα για ν’ αλλάζουν το χρώμα των μαλλιών τους και ν’ αποκρύπτουν τις ατέλειες τού δέρματος, ενώ ορισμένες έβαφαν τις άκρες των μαστών κι έσφιγγαν το στήθος μ’ ένα δίχτυ από χρυσαφιές κλωστές. Για να φαίνονται ακόμα πιο νέες, στερέωναν το στόμα τους με χρυσά σύρματα και φορούσαν δόντια από χρυσάφι κι ελεφαντόδοντο. Πολλά ήταν και τα κοσμήματά τους όπως βραχιόλια, δαχτυλίδια, διακοσμητικά παπουτσιών, ενώ χαρακτηριστικά ήταν τα περιδέραια σε σχήμα φαλλού και οι κρίκοι στους αστραγάλους. Τα υποδήματά τους ήταν είτε ψάθινα παπούτσια είτε ξύλινα τσόκαρα.

Οι πελάτες που σύχναζαν, αρχικά, στο χαμαιτυπείο του Leno ήσαν αργυραμοιβοί, φορτοεκφορτωτές, ληστές, δραπέτες, ζητιάνοι, δούλοι και τυμβωρύχοι, δηλαδή υπάρξεις που βρίσκονταν στο τελευταίο σκαλοπάτι της ανθρώπινης κλίμακας. Αυτό που εντυπωσίαζε ήταν ότι όλοι ανεξαιρέτως είχαν τα μοχθηρά μάτια τού φιδιού που ποτέ δεν αλλάζει έκφραση ό,τι κι αν συλλογιέται. Αργότερα προστέθηκαν κι οι λιγότερο ξεπεσμένοι, όπως έμποροι, ναύτες, στρατιώτες, εργάτες, αγρότες, καλόγεροι(!) και γέροι προσκυνητές. Στο τέλος, όπως συμβαίνει και στον Άδη, σχεδόν όλες οι τάξεις συνυπήρχαν στο χαμαιτυπείο τού Leno.

Οι περσότεροι από δαύτους είχαν να κλειδώσουν στα μπράτσα τους γυναίκα πολύ καιρό. Έτσι η ορμή τους για διοχέτευση των σωματικών τους υγρών πάνω στη γυναικεία σάρκα ήταν τόσο μεγάλη, που αφηνιασμένοι απ’ την επιθυμία κι ανυπόφοροι για την ξεδιαντροπιά τους, πέφταν πάνω στα μελισσοβύζαχτα θηλυκά και τα μακελεύανε βγάζοντας κραυγές σαν χτήνη!

Να μην ξεχάσω ν’ αναφέρω ότι η οροφογραφία του εξώστη στην είσοδο τού διοικητηρίου ξύστηκε ολόκληρη γιατί η φράση Roza Necra, που αναγραφόταν εκεί, ακουγόταν κάπως δυσοίωνη κι έτσι αντικαταστάθηκε με τη φράση Scabroza Nera πάνω σε κόκκινο φόντο!

Με τον καιρό κι επειδή η ζήτηση των ερωτικών υπηρεσιών αυξανόταν, ο αριθμός των ροσπούδων μεγάλωνε σημαντικά. Ήρθαν και προστέθηκαν σ’ αυτές και κάποιες γυναίκες τής Αλχανίας(!), υπεράνω υποψίας βέβαια, που είτε γιατί ήσαν δέσμιες τής λαγνείας είτε γιατί θέλανε να βγάλουνε επιπλέον χρήματα, αποφάσισαν να ενταχθούν στο εργατικό δυναμικό τού Leno.

Όταν ξεκίνησαν να επισκέπτονται το χαμαιτυπείο κι οι ντόπιοι άντρες, που εδώ πρέπει να τονίσω ότι ήσαν ως επί το πλείστον παντρεμένοι(!), τ’ ωράριο λειτουργίας τού χαμαιτυπείου έπρεπε να τροποποιηθεί και να προσαρμοστεί στις νέες κι επικίνδυνες καταστάσεις που πήγαιναν να δημιουργηθούν. Ενώ τον πρώτο καιρό λειτουργίας του οι ροσπούδες έπιαναν δουλειά ώρα λύχνου, όταν γινόταν ησυχία και πάστρα σ’ όλη την Αλχανία, τώρα έπρεπε να λειτουργεί και τη μέρα για να μην συναντηθούν στον ίδιο χώρο παντρεμένα ζευγάρια, ο ένας ως πελάτης κι η άλλη ως εργαζομένη!

Έτσι κατά τη διάρκεια τής μέρας, την ώρα που ο σύζυγος δούλευε σκληρά για να ταΐσει την οικογένεια και να παρέχει στην «ενάρετη» συμβία του και τού πουλιού το γάλα, η «ενάρετη» συμβία του ξεπόρτιζε για να δοκιμάσει καινούργιες και θεσπέσιες ηδονές. Αντιστρόφως και κατά τη διάρκεια τής νύχτας, όταν η «ενάρετη» συμβία κοιμόταν, ο σύζυγος κουρασμένος απ’ τη δουλειά και μπαϊλντισμένος απ’ τη μονογαμία και τις αποκλειστικότητες, επισκεπτόταν το χαμαιτυπείο τού Leno για να ζήσει λίγες στιγμές ονειρεμένων απολαύσεων.

Η εικόνα που παρουσίαζε ο λόφος Σοβώρα για πολλούς μήνες είχε διπλή όψη: Πάν’ απ’ τη γη η ζωή χόρευε και τραγούδαγε μ’ αισιοδοξία, ενώ κάτ’ απ’ τη γη κυλιόταν στο έλος των παθών. Οι ροσπούδες, όταν δεν δούλευαν, έπεφταν απ’ τον έναν θρήνο στον άλλο για τη ζωή που έκαναν σε χώρους ανήλιαγους και στενούς, μες στη βρώμα και την πνιγηρή ατμόσφαιρα τού χαμαιτυπείου. Στο τέλος τής βάρδιας ήσαν ερειπωμένες και λερές και το μόνο που εύχονταν ήταν να σημάνει σύντομα η ώρα που θα γλίτωναν απ’ τους εαυτούς τους!

Η κρυψίνοια όλων όσοι είχαν περάσει απ’ το χαμαιτυπείο, είτε ως εργαζόμενοι είτε ως πελάτες, κι η απόλυτη μυστικότητα με την οποία λειτουργούσε τ’ όλο εγχείρημα του Leno ήταν ανεκδιήγητη. Είχαν καταφέρει να μην πάρει είδηση κανείς περί της υπάρξεως τού χαμαιτυπείου. Απ’ την άλλη μεριά, όλο το επίνειο ήταν ευγνώμον για την πρωτοβουλία τού κυρίου Καβρού Μουρχούτα και του επιτελείου του να συμβάλλει στην πνευματική και κοινωνική ευεξία τής Αλχανίας μέσ’ απ’ το πλούσιο πρόγραμμα εκδηλώσεων στο λόφο Σοβώρα και στην Scabroza Nera.

Όμως, ο ψεύτης κι ο κλέφτης τον πρώτο χρόνο χαίρονται. Έτσι το σκάνδαλο δεν άργησε να ξεσπάσει. Αφορμή ήταν τα πρώτα κρούσματα ωχράς σπειροχαίτης που έκαναν σύντομα ουκ ολίγους κατοίκους τού επινείου ν’ ακολουθήσουν τα χνάρια τού θανάτου. Τότε η Αλχανία χωρίστηκε σε δύο στρατόπεδα με όλως άλλες επιδιώξεις κι αιτήματα.

Η μια μεριά, αποτελούμενη απ’ τους συντηρητικούς και πιστούς θιασώτες των αρχών τής αγιοσύνης που είχαν διδάξει πριν από μισό αιώνα οι καλόγριες τής φράγκικης σχολής, απαιτούσε το κλείσιμο τού χαμαιτυπείου (που θα σήμαινε και το κλείσιμο της Scabroza Nera γενικότερα), ενώ η άλλη μεριά διεκδικούσε τη συνέχιση τής λειτουργίας τού πρώην διοικητηρίου, προβάλλοντας συχνά πυκνά το όφελος που είχαν οι κάτοικοι απ’ τις φιλάνθρωπες κι ανιδιοτελείς κινήσεις τού κυρίου Καβρού Μουρχούτα –όμως, όλοι ήξεραν ότι τούτοι εδώ στο βάθος δεν ενδιαφερόντουσαν για τις φιλανθρωπίες και τ’ άλλα συναφή, αλλά για τις ουράνιες ηδονές που προσέφερε απλόχερα το χαμαιτυπείο (μαζί φυσικά με τα σημαντικά κέρδη) και τώρα κινδύνευαν να τις στερηθούν.

Οι πρώτοι ήσαν άνθρωποι με υψηλές θέσεις και κύρος στο επίνειο, κυρίως πρόεδροι και μέλη φιλόπτωχων σωματείων κι οργανισμών χρηστομάθειας και διάπλασης των νέων, ενορίτες, πολιτικοί, δικαστικοί κι ιερωμένοι στους οποίους ο φόβος της κοινωνίας και του θεού έθετε τη βάση της ηθικής τους, αποτρέποντάς τους απ’ την παραμικρότερη εκτροπή –εξυπακούεται βέβαια ότι όλοι αυτοί θα έδιναν την ψυχή τους και στο διάολο ακόμα προκειμένου να περάσουν στη ζούλα απ’ το χαμαιτυπείο για μια επισκεψούλα!). Οι δεύτεροι ήσαν όλοι αυτοί που πέρναγαν συχνά απ’ το χαμαιτυπείο κι είχαν καταπιεστεί απ’ την αγαμία στην οποία τους είχαν καταδικάσει οι «ενάρετες» γυναικούλες τους. Μπροστάρης σ’ αυτούς τους δεύτερους ήταν, φυσικά, ο κύριος Καβρός Μουρχούτας και το δεξί του χέρι, ο Βαλλίων.

Μετά από λίγο η σύγκρουση μεταξύ των δύο πλευρών πήρε έντονη πολιτική χροιά, όπως είθισται εξάλλου σε τέτοιους απαίδευτους λαούς. Έτσι, οι μεν βλέπανε στους δε τον δεσποτικό εξουσιαστή που γυρεύει την εκμετάλλευση κι εξαθλίωση του λαού, ενώ οι δε έβλεπαν στους μεν τους ανίατα αντιδραστικούς κι επαναστάτες παρίες που αποσκοπούν στην αποδιοργάνωση τής κοινωνίας και την ακύρωση των «υγιών» αρχών της κι εν τέλει στην κατάληψη τής εξουσίας.

Οι φασαρίες συνεχίστηκαν για αρκετό καιρό και μόνον οι αλλεπάλληλοι θάνατοι, που δεν έλεγαν να σταματήσουν, ήσαν ικανοί να βάλουν ένα τέλος στην γκρίνια και τη διχόνοια και να φέρουν μια λύση στο «πρόβλημα». Η λύση, τελικά, δόθηκε απ’ το δημοτικό συμβούλιο τής πόλης που προς μεγάλη του λύπη (τα μέλη του ήταν καλοί πελάτες του χαμαιτυπείου!) αποφάσισε το κλείσιμο τής Scabroza Nera.

Ο κύριος Καβρός Μουρχούτας ή Leno κι ο Βαλλίων αναγκάστηκαν να φύγουν απ’ την Αλχανία και να μην ξαναγυρίσουν. Ήταν νύχτα όταν μπήκαν άρον-άρον στη βάρκα κι έφυγαν κρυφά από έναν μικρό όρμο, ανατολικά τού επινείου, στη θέση Ακαριά. Από τότε, ποτέ κανείς δεν άκουσε νέα τους…

* * *

 


Ο Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης είναι Κορίνθιος την καταγωγή, αλλά γεννήθηκε στα Χανιά – σ’ ένα σπίτι της οδού Βύρωνος. Όλη του την ζωή την πέρασα στην Κρήτη. Στην νεανική του ηλικία έζησε υπέρ τα τρία έτη στο Manchester της Αγγλίας. Διέμεινε και στην Αθήνα. Η τελευταία του εργασία είναι καθηγητή σε σχολεία εξαρτώμενα απ’ το υπουργείο παιδείας της Ελλάδας. Ξέρει Αγγλικά και Γερμανικά.