Δώρα | Τρία ποιήματα

© Dorothea Lange

[Το παιχνιδόκουτο]

Άσπρες πινελιές από βαμβάκι
στον γαλάζιο πυθμένα σου.
Καμουφλάρουν τον θάνατο
του πλανεμένου αστερία, ή
                                    αθωώνουν τα ακτινωτά του φύκια;                                   

Δέχτηκες ξανά μέσα σου τα εργαλεία
-ιθύνοντα της όλης σκευωρίας-.
Υπό το βάρος των τύψεων
της παιδικής σου ανεμελιάς
αναποδογύρισες.
Ο ουρανός σου
αίφνης περιχαρακωμένος.
Και αναφώνησες:

«Για φαντάσου!
Ούτε μια παιχνιδόκουτα
να μην φαντασιώνεται
έναστρους, ουράνιους θόλους;»

 


[Μέδουσα]

Συναντά την εφιαλτική γοργόνα.
Γρατζουνάει ανυποψίαστους λουόμενους.
Συνοδεύει μέδουσες στο ακρογιάλι.
Βυθίζεται με ομαδικές ρίψεις βοτσάλων
για να αναδυθεί πάλι,

το ξύλο που κολυμπάει στη θάλασσα
κάθε που πρόσωπα παραμορφωμένα
φιλιώνουν πηγμένα απ’ το ηλιόφως αμμοχάλικα.

Ξυπνώ.
Εγώ,
γιατί δεν πέτρωσα απ’ τον φόβο;

Σε λίγο θα ‘ρθουν τα κορίτσια
να παίξουμε πεντόβολα.

 


[Παίζοντας σκοινάκι]

Δεν παίζει, μονάχα τραγουδά
και παρατηρεί τα κορίτσια εκείνα
με τον φωλιασμένο στην καρδιά τους φόβο
καθώς το φίδι σέρνεται πλάι τους
απειλώντας με ένα και μόνο τσίμπημα νωχελικό
το κορίτσι να πάψει να είναι κορίτσι
και το κάθε της τραγούδι να σιωπήσει.

Μα δεν σιωπά, καθώς κι αυτά
αέναα περνούν μέσα από αψίδες θριαμβικά.
Με το ύψος τους αναμετρώνται
πριν αποφασίσουν να σκεβρώσουν.
Το φίδι σείει συθέμελα τις καμάρες τους
και προλέγει για μιαν Αλίκη πως από μια χασμωδία
μέσα σε μαιάνδρους λεκτικούς θα ενηλικιωθεί.

Ήρθε καιρός λοιπόν και σιώπησε.
Η αρένα της ένα απέραντο λευκό,
άσπιλο από το κόκκινο κάθε χαμένης μάχης.
Κι ήταν όμως σε αυτές τις κερδισμένες
όταν ξαπόσταινε για λίγο σε εκείνα τα σκοινιά
όπου άπλωνε τα τρικυμισμένα της τραγούδια τα παιδικά
κι αναρωτιόταν, τι θα γινόταν αν τα σκοινιά γίνονταν κάποτε θηλιά.


Η Δώρα ζει, σπουδάζει και εργάζεται στην Αθήνα. Μελετά ποίηση και ασκείται στην γραφή της. Ελπίζει να καταφέρει κάποτε να γράψει ένα ποίημα.