Ρογήρος Δέξτερ | Σχεδίες

© William Albert Allard

TENDER(III)

Ανάμεσα στο σκυλολόι τής νύχτας
Που γαβγίζει στ’ αφτιά μου
Πιωμένοι που παραπαίουν στο πάσο
Ψάχνοντας τα ψιλά στις τσέπες να πληρώσουν
Άλλη μια γύρα για το δρόμο
Που δε νομίζω ότι βγάζει πουθενά
Φουντικοί και χασίστες
Που θα λαχάνευαν ακόμη και τη μάνα τους
Για ένα τσιγαριλίκι
Ο μπάρμαν χαμογελά με συγκατάβαση
Και καρτερία μπροστά σε όλα αυτά
Στο άκουσμα ενός ποτηριού
Που πέφτει κάτω για να σπάσει
Στο ξύλινο πάτωμα
Σα μνήμη που έπρεπε να γίνει κομμάτια
Μήπως την ξεχάσουν
Όσοι θυμούνται μόνο το μέλλον
Όπως η σερβιτόρα που ξέρει καλά
Ότι το στήθος της είναι
Κρυμμένο σφιχτό φεγγάρι
Όταν γέρνει με τρόπο
Πάνω απ’ τά τραπεζάκια και φωτίζει
Τα σκοτάδια τής ερημιάς τού καθενός
Αλλά και το αφεντικό
Που τηράει τα προβατάκια
Με το βλέμμα τού λύκου
Να πηδούν πάνω απ’ τό φράχτη
Για να κοιμηθούν• ανάμεσά τους λοιπόν
Αμίλητη κάθεται
Από τα κρύα νερά τού Βορρά
Μια νεράιδα
Και τη γλυκοκοιτάζουν στουπί στο μεθύσι
Τα φαντάσματα των ζωντανών
Κατεβαίνοντας δυο δυο
Τα σκαλοπάτια ενός αιώνα•


 TENDER (IV)
(μηνύματα στο κινητό μου)

είπα να σου γράψω δυο λόγια αλλά φοβάμαι ότι θα πω πολλά και ότι μόνο ένα ψώνιο σαν κι εσένα χαχανίζει έτσι ή χαιρέτα μου τον πλάτανο καημένε μου με τα φανταστικά στιχάκια σου και το σέηκερ που το κοπανάς και γίνεται σα βεντούζα από τον πάγο και μετά δεν ανοίγει με τίποτα και κοντεύει να σου στρίψει από τα νεύρα που δεν μπορείς να χτυπήσεις την καινούργια παραγγελία και αντί γι’ αυτό κοιτάς τα βυζιά τής σερβιτόρας και μετά μού τσαμπουνάς ότι τάχα μου τάχα μου σκέφτεσαι μόνο εμένα γυμνή στο κρεβάτι κάτω από δροσερά σεντόνια και η θάλασσα να είναι μακριά πού χρόνος για βουτιές και κολύμπι μόνο στα όνειρά μας στα πιο βαθιά τού ύπνου με τόσο ρηχή ζωή που κουβαλούσαμε φορτωμένοι σαν υποζύγια και ελπίδες βαριές που ήταν κάποτε γραφτό να πέσουν και να σπάσουν και οι φίλοι και όσοι δήθεν μάς αγαπούσαν να σκάσουν στα γέλια και να φωνάξουν εύγε και ζήτω και ώπα και η φωνή μας τζιτζίκι μακρινό που δεν το άφησαν να τραγουδήσει στη φυλλωσιά οι ανάποδοι καιροί και οι άγριοι ξυλοκόποι με τις κραυγές στο λαρύγγι τους και τα δάση που καίγονται συνέχεια μέσα μας γι’ αυτό σού λέω να μ’ αφήσεις στην ησυχία που δε βρήκα ποτέ και να πας στο χείλος τού γκρεμού τα ζουρλά σου που μου γκαστρώνουν το μυαλό τα βράδια και κάνω μέρες μετά να γεννήσω μια σκέψη σωστή όχι γιατί σε σκέφτομαι αλλά μάλλον για να σ’ ακούσω να ψιθυρίζεις και πάλι ότι μοιάζω με ισπανίδα χορεύτρια τού φαντάνγκο και τέλος πάντων παίρνω πίσω την ευχή που έδωσα «άντε γαμηθείτε εσύ και όλοι οι μπάρμαν τού Βορρά και τής Δύσης» και κάποιες νύχτες μού ‘ρχεται να ξεράσω ενώ θυμάμαι εκείνη την ξεπλυμένη ξανθιά που κολλούσε σα βδέλλα και έτριβε πάνω στο χέρι σου το στήθος της και νά τα χαχά και τα χουχού τής παλιοκατίνας που την είχαν πάρει στα τέσσερα και τα σκυλιά των δρόμων και είχα ανάψει από θυμό και ήθελα να την αρπάξω από το μαλλί ή να τής ρίξω μια στο κατακόκκινο στόμα που ποιος ξέρει πόσους είχε πιπώσει στις τουαλέτες και είχε βελάξει ο τόπος από τα βογγητά σαν το άλλο το βυζανιάρικο που δούλευε μαζί σου και κάθε βράδυ πήγαινε με άλλο θαμώνα και έλεγες στην αρχή όταν την πρωτογνώριζες σ’ εκείνο το μακρύ συρτό φόρεμά της τί καλό κορίτσι τί τρόποι τί ευγένεια τί ήθος τί αρχοντιά και τ’ αρσενικά να κόβουν τον κώλο της σαν ξελιγωμένα παλιολιγούρια λες και δεν είχαν ξαναδεί και το στήθος που πεταγόταν ξαφνικά και το ακουμπούσε σκύβοντας μπροστά πάνω στο πάσο μα δε θυμάμαι χειρότερα ξέκωλα στη ζωή μου κι εσύ όλα αυτά να μην τα δέχεσαι και να με βγάζεις τρελή όπως τότε που σ’ έγδαρε άθελά του ο κακομοίρης ο γάτος μου στην κρεβατοκάμαρα την ίδια βραδιά που είχε βουλώσει η λεκάνη γιατί σα γνωστός ηλίθιος που είσαι πέταξες μέσα τα προφυλακτικά και την άλλη μέρα η διαχειρίστρια να με κοιτάζει θαρρείς και είχα κάποια μεγάλη πληγή στα χείλη κι εγώ να κοκκινίζω όλο και πιο πολύ και να με ρωτάει «ποιος φώναζε την προηγούμενη νύχτα στον τέταρτο και δεν κοιμήθηκε κανείς μας; » τί κατάντια εγώ όμως λέω πως θα κάθονταν ξύπνιοι και θα την έπαιζαν μια χαρά να πάρει η ευχή να πάρει εκείνη τη γαμημένη πολυκατοικία τού κερατά όπου τα πάντα ακούγονταν σα να ήμασταν στη μέση ενός θεάτρου έτσι λοιπόν δε σου ξαναλέω ότι μου λείπεις εδώ στο Νότο όπου τα τζιτζίκια είναι πιο ζεστά σαν αχτίδες τού ήλιου και τα τριζόνια χορδές τού φεγγαριού και συ δεν πά’ να γράφεις ό,τι θες για μας και για ό,τι είχαμε και το χάλασες μόνος σου μολονότι φτάνουν συνέχεια σκέψεις σα σύννεφα ένα ποτάμι ένας σωρός νερών τού Νέστου που κυλάει και όλα τα θολώνει και χαίρομαι που σε άφησα σύξυλο να μην ξέρεις πια πού να χτυπήσεις τώρα το γεμάτο από κούφια λόγια κεφάλι σου όχι φυσικά στο δικό μου που γυρνά σ’εκείνο το παγκάκι τού άλσους όπου έπιασες για πρώτη φορά τα παγωμένα χέρια μου και δεν είναι πια καιρός καλό μου να θυμόμαστε αλλά να ξεχνάμε σε φιλώ γλυκά για πάντα Μ.