Ουαζντί Μουαουάντ | Anima

 

PERIPLANETA AMERICANA

Όταν ανοίγει η πόρτα, το φως καίει τα πάντα. Φεύγουμε προς τις ζώνες της σκιάς, χωνόμαστε στις ρωγμές των τοίχων και τις χαραμάδες του πατώματος. Ο άνθρωπος ξεστρώνει τις κουβέρτες του κρεβατιού. Οι αρσενικές, κολλημένες στο κέντρο του στρώματος, το σκάνε. Οι θηλυκές τρέχουν στα καταφύγια και εξαφανίζονται στο χώρισμα του σοβατεπί. Άλλες καταλήγουν σε τσαμπιά πίσω από την πορσελάνη της τουαλέτας ή μέσα στους σωλήνες αποχέτευσης ή στα χαλασμένα πλακάκια. Ο άνθρωπος κινείται και οι πράξεις γεννάνε στο στόμα του φωνήματα και ηχητικές δονήσεις:
Room 15/ Is it possible to have another room? / It’s full of insects / Cockroaches / No, it’s OK.

Τρέχω για να φτάσω στα καταφύγια που έχουν τρυπώσει οι ομόγενές μου. Η ωοθήκη μου, που κρέμεται στην άκρη της κοιλιάς μου, με καθυστερεί. Πιάνομαι στην παγίδα ενός δοχείου από γυαλί. Ο άνθρωπος παίρνει το γυάλινο δωμάτιό μου στα χέρια του. Σκαρφαλώνω προσπαθώντας να φτάσω στο χείλος αυτού του κυλινδρικού τοιχώματος απ’ όπου μου έρχονται οι έξω μυρωδιές, όμως μια χαρτονένια επιφάνεια έρχεται να αποκλείσει κάθε δυνατότητα διαφυγής, κάνοντας αδιάφανη την οροφή της φυλακής μου. Το γυαλί παραμορφώνει τα πάντα. Οι φιγούρες στρογγυλεύουν. Η ζέστη μεγαλώνει. Απαλλάσσομαι από την ωοθήκη μου. Σκάβω. Αυτό δεν σκάβεται. Γυρνάω σε όλη την επιφάνεια του κυλίνδρου. Τρώω την ωοθήκη μου. Καταβροχθίζω τα ίδια μου τα αυγά. Ο άνθρωπος κοιτάει. Κινείται και οι πράξεις του γεννάνε δονήσεις και φωνήματα. Τα χείλη του κουνιούνται, το στόμα του αρθρώνει.

– Μπαμπά; Ο Γουάχς είμαι / Καλά καλά, μην ανησυχείς / Καλά σου λέω / Όχι ακόμα / Κρύβεται στις ινδιάνικες ρεζέρβες / Σου ομολογώ ότι δεν προσπαθώ και πολύ να καταλάβω / Αφιερώνω χρόνο στον εαυτό μου / Μην ανησυχείς / Θέλω να σου κάνω μια ερώτηση / Σάμπρα και Σατίλα / Γνώριζες τους γονείς μου; / Τους πολιτοφύλακες, τους γνώριζες; / Θέλω να πω, τους είδες να σκοτώνουν τον πατέρα μου και τη μάνα μου; / Ναι… Ναι… / Αλλά εσύ, πως έγινε και ήσουνα εκεί; / Μου είχες πει ότι τα άλογα ήταν από πάνω μου / Όλα ένα κουβάρι / Είναι σάμπως να τα θυμόμουνα όλα / Σάμπως, τη στιγμή που είδα τη Λεονί ξαπλωμένη μεσ’ στο αίμα, σα να είχα την αίσθηση ότι το είχα κιόλας ξαναδεί / Δεν καταλαβαίνεις ποτέ τι σου λέω όταν είναι να σου κάνω ερωτήσεις γι’ αυτό το θέμα /  Δεν είναι σπουδαίο, δε σου τηλεφώνησα για να σε στενοχωρήσω / Σκεφτόμουνα να περάσω από το Βέγκας / Με την ευκαιρία θα επισπευτώ την Ναΐμα / Η Ναμπίλα μου είπε ότι τσακωθήκατε; / Δεν θα το έλεγα / Σε σέβεται αλλά είναι το ίδιο πεισματάρα με εσένα /  Ούτε κι εσύ πας να τη δεις / θα μπορούσες / Το Σαν Ντιέγκο δεν είναι μακριά / Θα μπορούσες να πας να περάσεις μερικές μέρες εκεί πέρα / … / Κάνει προσπάθειες / … / Δεν αξίζει τον κόπο να νευριάζεις / Καλά, έχεις δίκιο /  Σύμφωνοι / Γεια / Θα τα πούμε.

Με κοιτάει. Κουνάει τη φυλακή μου. Κρατάει ένα αντικείμενο ανάμεσα στα δάχτυλα. Η νύχτα κυλάει. Η ζέστη μου φέρνει ζάλη. Λιποθυμώ.

[Σελ.240,241]

 


 Όλα αρχίζουν μ’ ένα φριχτό έγκλημα και ο Γουάχς ρίχνεται στο κατόπι του δολοφόνου – όμως δεν πρόκειται για αστυνομικό μυθιστόρημα. Ο ήρωάς του διασχίζει διαγώνια τη Βόρεια Αμερική, από το Κεμπέκ ως το Νέο Μεξικό, με αυτοκίνητα και φορτηγά, κάνοντας οτοστόπ ή σκαρφαλώνοντας λαθραία σε εμπορικά τρένα – όμως δεν είναι μυθιστόρημα δρόμου ή ταξιδιωτική αφήγηση. Βυθίζεται στις αναμνήσεις του Αμερικάνικου Εμφύλιου και η περιπέτεια είναι γεμάτη Ινδιάνους – όμως δεν είναι ιστορικό μυθιστόρημα, ούτε γουέστερν. Οι σκηνές έχουν έντονη θεατρικότητα, με κάποιες παραπομπές στην κλασική τραγωδία, ενώ συχνά ο λόγος έχει την πυκνότητα του στίχου – όμως δεν είναι θεατρικό έργο, ούτε ποιητική πρόζα. Το στοιχειώνουν εφιαλτικές εικόνες αιματηρής βίας και οι μνήμες του ανατρέχουν σε μια διαβόητη σφαγή – όμως δεν είναι θρίλερ ή ένας πανηγυρικός του τρόμου, ούτε δοκίμιο διαμαρτυρίας. Η αφήγηση, γραμμική και μάλλον παραδοσιακή, περνάει αποκλειστικά μέσα από το στόμα των κάθε λογής ζώων που συναντούν διαδοχικά τον πρωταγωνιστή – ωστόσο δεν είναι ούτε μυθικό ζωολόγιο ούτε οικολογική αλληγορία. Συνταιριάζοντας στοιχεία απ’ όλ’ αυτά, ο Μουαουάντ έγραψε ένα βιβλίο που δεν μοιάζει με κανένα άλλο, διευρύνοντας τα όρια της λογοτεχνίας. Κι αν τα ζώα μιλούν, το καθένα με τη δικιά του γλώσσα, είναι επειδή η έρευνα αφορά, κατά βάθος, την αναζήτηση μιας πρωταρχικής χαμένης γλώσσας.

[Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου.]

Ουαζντί Μουαουάντ – Anima - Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2019
Μετάφραση: Νίκος Κούρκουλος