Νικόλαος Κοντουδιός | Λαλάδες

© Josef Sudek

Εκεί κάτω προς το θολό ποτάμι προάγγελοι της πρώτης άνοιξης φτερούγισαν την βοή των άστρων.  Φλόγες των κάμπων τρεμοπαίζαν στις   κέρινες ρίζες. Νεροχελίδονα κίνησαν τις σταγόνες τις σιωπής. Το ματωμένο χάδι της φύσης έσερνε  το διαυγές  δάκρυ που επέστρεφε  από  του κάθε Μάη της Ίριδας το λίκνο  χάραμα. Ακάνθινοι χιτώνες σκεπάζουν  τις φλέβες στο  ωκεάνιο ύδωρ της καρδιάς. Σκαμμένο το αυλάκι σαν τον ισθμό  της καθόδου  προς την πλατιά αλμύρα σιγομιλούν οι  αναγεννημένες  λαλάδες. Ανάμεσα  στων χωραφιών τα κοιτάγματα και τα κεντήματα των σκίνων έλεγαν ιστορίες μακρινών Σελτζούκων και του   Άη Γιώργη των χειλιών τα χαρμόσυνα λόγια. Σαν προσευχή του τάφου που  σήκωναν  τις στάμνες το βαρύ νερό από το βάραθρο των μαρμάρων.  Αναμμένες σαν   ψηλόλιγνες   λαμπάδες ακολουθούν τους ηλιοκαμένους σπόρους που σκόρπισαν σαν ουράνια πέταλα την γέννηση του φωτός.  Φλογέρες των βοσκών με το μαγικό ραβδί στερφοχωρίζουν το  ακυβέρνητο κοπάδι του  άνεμου. Εκλιπαρούν για κάποια απάντηση  με λίγο απόσταγμα από χρυσή   βροχή.  Καλότυχα είναι τα γυμνά βουνά μα πιο καλότυχες του κάμπου οι μυστικές ωδές των δέντρων που λυγίζουν. Υποκλίνονται καλοί προσκυνητές των άστρων    στο φως που έχει το μετάξι και  γέρνει   σε κάθε ανατολή στις έρημες κοίτες. Ξερολιθιές που στέκονται ακόμη και πετρώνουν και αποπνέουν  τα βασανισμένα  λόγια στα δαντελωτά των ακτών. Κυματοθραύστες  που  λαμποκοπούν στις υγρές  φτέρες των πουλιών και σιγάζουν την έμφυτη ορμή στο  ζύμωμα του  τέλους. Σαν ένα κύμα που σκάει στα βράχια του βενέτικου και γίνεται αέρινη  σκόνη.  Αστράφτει το απολιθωμένο καράβι που περνά και διασχίζει τις απέθαντες θάλασσες. Μεγάλο και μικρό Πάσχα που σεργιανάει,  σαν ένα πέπλο που καταφορά την απέραντη θλίψη του σταυρού. Μεθοκοπάει το μυρωμένο ξύλο της ανάστασης από τα σπαρμένα κλαδιά και τα μικρά ανθισμένα κλωνάρια. Ένα άξαφνο  μπουρίνι γρήγορα πότισε  τα δάκρυα του στην χαρά και  τώρα την φυτρώνει βαθύτερα   στους ασήκωτους ίσκιους που κάθονται υγροί  κάτω από τον  ύστερο ήλιο να στεγνώσουν το άκραχτο  σύμπαν. Έσταξε  η σταγόνα από τον  κρυστάλλινο ουρανό και  κύλησε σαν μια πιρόγα πάνω  στο ιερουργό  χώμα. Λιωμένη  μαστίχα από την λαίλαπα του κορμού ενός σκίνου που στάζει ακόμη σαν το μικρό κερί. Ένα δοξάρι ύπνος σε κοιτώνα μέσα σε  στάβλο  σκυθρωπό ξαποσταίνει. Φέγγει μια κρεμαστή παλιά λάμπα πετρελαίου που λούζει τα αγκιστρωμένα τσαμπιά. Μικροί  ολοστρόγγυλοι καρποί  θωρούσαν κρυφά την ολοφάνερη αυλή του σπιτιού λες και από  φινιστρίνι αγνάντευαν το κυλιόμενο γυάλινο  κήπο που ταξίδευε ο  ορίζοντας. Πίσω από την χαραμάδα ογκώδη βαρέλια φύλαγαν το εκπληρωμένο όνειρο από   πορφυρό κρασί. Χόρευαν  γύρω  από την γεμάτη  συκαμινιά από  αέρηδες. Ξαπόσταιναν στους κλώνους η καλαμοποταμίδα και ο καστανολαίμης. Αθώοι  αμνοί που έσκυβαν στο ικρίωμα στο πένθιμο χορτάρι για  να μασήσουν  λίγη τροφή. Όλα κερασμένα χρυσόμηλα από το περασμένο καλοκαίρι  μέσα στο άδειο   πήλινο πιάτο  από τα Αρμόλια που ακουμπούσε στην ξύλινη τάβλα και έμοιαζε σαν μια καθήμενη   άγκυρα έξω από το βυθό που συνέχιζε να αρμενίζει. Επέστρεφαν και τότε   από τους σκίνους της αυγής  πρώτες η Βερονία , η Ελπινίκη , η Ευρύκλεια, η Λευκοθέα, η Καλλιρόη,  η Αρσινόη  και ακολουθούσαν η Αριάδνη, η Νιόβη, η Ευχάρις, η Μαρκέλλα, η Κλειώ.  Επέστρεφαν και τραγουδούσαν καθώς  κρατούσαν στα κεντημένα  χέρια τους τις πιο κόκκινες λαλάδες. Για μια πιο ύψιστη   ομορφιά στων πλειάδων τα ματωμένα  δάχτυλα   με τα ελάχιστα   αποστάγματα μαστίχας που σκιάζουν το  σαρίκι του Κριού στο κερασφόρο του  κεφάλι. Έγιναν κρίνοι και επάργυρα  έντεκα ονόματα της αβύσσου.   

* * * * *

 


Ο Νικόλαος Κοντουδιός γεννήθηκε στην Ρόδο στις 24 Ιουνίου 1975. Aποφοίτησε από το Καζούλειο Λύκειο το 1993. Σπούδασε στην Αθήνα Οπτική Επικοινωνία και εργάστηκε στον ιδιωτικό τομέα στον κυριακάτικο τύπο στο τμήμα σελιδοποίησης και σχεδίασης. Ακολούθως παρακολούθησε επιτυχώς τους ολοκληρωμένους κύκλους  μαθημάτων MOOCS. «Αρχαία Ελληνική φιλοσοφία από τον θαλή στον Αριστοτέλη» και «Αριστοτελική Ηθική» και «Πλάτων» στο   Ιδρύμα  Σταυρός Νιάρχος (Mathesis).  Τα πιστοποιημένα προγράμματα στην «Ηθική Φιλοσοφία και Βιοηθική», «Ιστορίας της Φιλοσοφίας και Φιλοσοφία των επιστημών» και τον κύκλο βιωματικού σεμινάριου «Δημιουργικής Γραφής και Αυτογνωσίας» του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και  δύο αντίστοιχα σεμινάρια ακόμη  δημιουργικής γραφής  του Διεθνούς Κέντρου Συγγραφέων και Μεταφραστών Ρόδου. Δημοσίευσε το 2017 την πρώτη του ποιητική συλλογή «έξω χρόνος – Τime out» σε  ηλεκτρονική μορφή στην διεθνή πλατφόρμα της ‘Joomag’. Έχει γράψει το διήγημα «Αναμμένα Μαγκάλια» το οποίο διακρίθηκε με το Α΄ βραβείο στον σχετικό διαγωνισμό και συμπεριλαμβάνεται στο ανθολόγιο διηγημάτων Ρόδος «Ιστορίες του τόπου μας» από τις εκδόσεις iwrite.  Τα τελευταία τρία  χρόνια είναι ενεργό μέλος της ομάδας της δημιουργικής γραφής «Αγέρι Γραφής» του Διεθνούς Κέντρου Συγγραφέων και Μεταφραστών Ρόδου. Στο εργαστήριο του  δημιουργεί ταυτόχρονα εικαστικές συνθέσεις γλυπτικής και χειροτεχνίας. Zει και εργάζεται μόνιμα στη Ρόδο.