Χρήστος Μαγκλάσης | Ο Τσεβάς

© Paul Strand

Ακατάληπτες κουβέντες βγαίνουν απ’ το στόμα του, δίκην ηφαιστείου. Άλλες κοφτερές σαν μαχαίρι, άλλες γάργαρες σαν νεράκι, κι άλλες σπασμένα βράχια. Ηλίου φαεινότερο πως αυτό που λέει το ζει. Μιλάει για κάτι που τον έχει σημαδέψει. »Δεν έπρεπε…» ψελλίζει. Κάθε τρεις και λίγο λέει »δεν έπρεπε…» και μετά λόγια μπερδεμένα σαν ζυμάρι με τον χρόνο. Μουγκρητό, απόγνωση κιότεμα…

Αν είχαν χρώμα θα ήταν γκρι απροσδιόριστο…

Καθισμένος στο πρώτο απ’ τα τρία σκαλοπάτια της παλιάς ξύλινης πόρτας, σ΄ ένα ερειπωμένο σπίτι. Φορούσε κουστούμι, παράταιρο πουκάμισο και γραβάτα με λαχούρια, έξω απ΄ το κουμπωμένο σακάκι. Δοσμένα ρούχα κάποιου μακαρίτη. Σουλούπωναν ένα κορμί σπασμένο καράβι… Πρόσωπο ηλιοκαμένο, διπλοοργωμένο με φθινοπωριάτικες ρυτίδες, έντονα χείλη ξεπλυμένα απ’ την αβόλευτη γλώσσα και δυο μάτια αραχνιασμένοι φεγγίτες…

Ο Τσεβάς!

Φιγούρα λεπτή κι αργόσυρτη, που εισέβαλε στο κάδρο της μικρής επαρχιακής πόλης ξαφνικά. Απ’ το πουθενά. Κούρσεψε την συμπόνια των κυριών της… δύσης του βίου και της εκκλησίας, ανάτρεψε την περιέργεια των μικρότερων, κούμπωσε την ανάγκη για θελήματα των μικρομάγαζων.

Πρόθυμος, αν κι ανήμπορος εν πολλοίς, να σκουπίσει το πεζοδρόμιο, να καθαρίσει τις αυλές, να ασβεστώσει τα πεζοδρόμια, να πετάξει τα σκουπίδια, να κάψει τα κλήματα, να σκαλίσει τον κήπο. Θελήματα γενικά. Μέχρι που έγινε παραπαίδι στην παγοπώλισσα. Είχε ρόλο και καμάρωνε. Πρόθυμος ο Τσεβάς κι ευγενικός. Καλημέρες και καλησπέρες ένα σωρό. Απόμακρος κατά τα άλλα.Τόσο, όσο να μην γίνεται αντικείμενο συζήτησης κι επικίνδυνων ερωτήσεων.

Κάποτε κυκλοφόρησε πως ήταν ορφανός από ένα νησί του Αιγαίου. Κατατρεγμένος απ’ την μοίρα. Από του πατέρα του την κακή μοίρα για την ακρίβεια.

Ήταν το μοναχοπαίδι ενός δάσκαλου απ’ την Ήπειρο, κι η μάνα του είχε πεθάνει στην γέννα. Καρπός ενός γάμου, που ενώ ξεκίνησε με τους καλύτερους οιωνούς με την κόρη του προέδρου και μεγαλοκτηματία, γρήγορα συγκέντρωσε την μήνιν -λόγω της αποκαλυφθείσης ιδεολογίας του δάσκαλου.

Έφυγε η μανούλα του κι αυτό το παιδάκι μεγάλωνε ως αποδιοπομπαίος τράγος, σιτιζόμενος κρυφά από τον παπά της ενορίας, γιατί ο μπαμπάς του, με …φροντίδα του παππού από την μάνα του είχε σταλεί εξορία στην Ικαρία.

Κι εκεί πέθανε ο έρμος δάσκαλος από τον καημό του. Το θυμάται αυτό, γιατί πήγαινε στην δευτέρα δημοτικού  και το είχε πει ένας αστυνόμος στον παπά. Θυμάται καθαρά τα λόγια του. »Πάτερ, να προσέχεις το παιδί. Τον πατέρα του τον έθαψαν εκεί, γιατί ο πρόεδρος έθεσε βέτο, να μην φέρουν την σωρό του στο χωριό. Άλλοι συγγενείς δεν υπάρχουν. κι ας είναι, ως ευλογία το πέμπτο σου παιδί, κι ο θεός θα σ’ ανταμείψει. Πες του να μην κυκλοφοράει στο χωριό, γιατί ο »άλλος» δεν θέλει, να το βλέπει μπροστά του».

Μεγάλωσε μέχρι που πήγε στο Γυμνάσιο στην Χώρα, στο χαμόσπιτο της εκκλησίας, σ’ ένα καλυβάκι δίπλα στις γίδες. Τον φρόντιζε η παπαδιά απ’ την φτώχεια της, σαν παιδί της, αλλά ο καημένος ο παπάς έπαιρνε μετάθεση , όλο σ’ απομακρυσμένα χωριά. Τον κυνηγούσε ο πρόεδρος, γιατί είχε μαζέψει το παιδί.

Του παράγγελνε κάθε τόσο »διώχτο, άμα θες να ησυχάσεις…», ενώ επιδειχτικά έκανε τραπέζια στον Δεσπότη.

Με κρύα, με ζέστες, με λειψή αγάπη. Τι αγάπη…το κουφάρι της, όπως ήταν κρεμασμένο σκεύος στα ιερά βιβλία. Χωρίς φως, μ’ ένα ντενεκέ ξέσκεπο για μαγκάλι, με τον αέρα να τραβάει τριγωνομετρικές ευθείες κρυοβολώντας ό,τι ήταν ακάλυπτο.

Στου παππού του το αρχοντόσπιτο δεν τολμούσε ούτε να περάσει απέξω. Οι μεγάλοι στα καφενεία τον αποκαλούσαν μούλικο και του φέρονταν , σαν να ‘ταν κοπρόσκυλο.

Μόνο τα παιδιά του παπά τού ‘φερναν κανένα δωράκι απ’ την Αθήνα. Κάποτε ξεγελάστηκε, θα ‘ταν στην έκτη δημοτικού, μεγαλόπαιδο, κι απ’ τη ρουτίνα που έλεγε τα κάλαντα στα σπίτια με την σειρά, κτύπησε και το κουδούνι του παππού του.

Τον είδε από το παραθυράκι της εξώπορτας, ξαφνιάστηκε και πήγε η καρδούλα του να μαλακώσει. Άκουσε όμως μια στεντόρεια αγριοφωνάρα »Λέων, φάτον !», επιτακτικά σχεδόν απόκοσμα. Τρόμαξε και τσακίστηκε στην πιλάλα. Μπροστά το παιδί, πίσω το αγριεμένο σκυλί, μέχρι που τον παράτησε αποκαμωμένο στην άκρη του χωριού, ενώ το παιδί έτρεχε ακόμη, πίσω από την τρομαγμένη καρδούλα του.

Μετά κενό. Tabula rasa.

Τον βρήκε ο παπάς πεσμένο πάνω στον τάφο της μάνας του στο νεκροταφείο, που είχε πάει για τρισάγιο.

Το πήγε το παιδί στον γιατρό κι από εκεί κατευθείαν στο νοσοκομείο, όπου νοσηλεύτηκε για έξη μήνες. Πηγαινοερχόταν ο κακομοίρης ο παππάς, μαζί με την παπαδιά, μέχρι που του ήρθε μετάθεση για την Γυάρο,  …για τις ανάγκες των εκεί θρησκευόμενων, όπως του είπαν.

Βγαίνοντας από το νοσοκομείο δεν ξαναπάτησε στο χωριό. Το βοήθησε μια  καλή νοσοκόμα και πήγε στην Αθήνα, όπου δουλεύοντας τελείωσε το νυχτερινό Γυμνάσιο. Είχε βάλει πείσμα να σπουδάσει, να γίνει μεγάλος και τρανός και τότε να πάει στο χωριό του. Και πράγματι σπούδασε Μαθηματικός και παντρεύτηκε μια όμορφη συνάδελφό του. ;Oλα κυλούσαν μια χαρά, η γυναίκα του έμεινε έγκυος και κανόνιζαν εκείνο το καλοκαίριμετά την γέννα να πάνε στο νησί του.

Όπως κι έγινε. Πήραν το καράβι και σ’ εκείνο το ταξίδι ναυάγησαν. Η γυναίκα δεν ήξερε κολύμπι, κρατούσε στα χέρια και το μωρό κι αυτός με πολύ κόπο, μισοπνιγμένος έψαχνε σανίδα σωτηρίας. Μέχρι που ένα μαύρο κύμα τους πήρε από κοντά του στου βυθού τα βάθη.

Μετά από μέρες ξύπνησε και μετά από ακόμη περισσότερες έμαθε τα δυσάρεστα. Είπε μέσα από τα βάθη της ψυχής του »δεν έπρεπε να γυρίσω στον καταραμένο τόπο.

Είναι εγωισμός δεν είναι δικαιοσύνη..» κι έκτοτε έχασε τα λογικά του. Έφυγε από παντού. Δραπέτης, πλανόδιος , ανέστιος και άπατρις, προσπαθούσε να κρυφτεί από το κυνήγι της μοίρας. Ένα όνομα, χωρίς ταυτότητα και μέλλον, που είχε ξεβράσει η απελπισία στου οίκτου τα παραπήγματα. Κάποια στιγμή ο Τσεβάς χάθηκε από την μικρή πόλη. Ξαφνικά, όπως είχε εμφανιστεί.Είχε προλάβει να εκμυστηρευτεί στην κυρία Πόπη την ιστορία του. Όπως και την αιτία του φευγιού του.Υπάρχουν, έλεγε, παντού καλοί άνθρωποι. Αλλά μόλις τους συναντώ εγώ κάτι παθαίνουν. Φεύγω για να μην πάθετε κακό κυρία Πόπη…

Δεν πρέπει!

 


Ο  Χρήστος Δ. Μαγκλάσης,   χρησιμοποιώντας το λογοτεχνικό ψευδώνυμο(Κνάκαλος) ασχολείται από μακρού χρόνου με την λογοτεχνία, γράφοντας ποίηση και διηγήματα, προσπαθώντας να αποσαφηνίσει σκέψεις που αναβλύζουν και να αναδείξει ιδέες που αναζητούν τεκμήριο. Επίσης, ως blogger,  ενδιαφέρεται για λαογραφικά στοιχεία και πρόσωπα, που η μνήμη τείνει να ακουμπά στο περιθώριο με προορισμό την λησμονιά. Έχει δημοσιεύσει πληθώρα ποιημάτων και διηγημάτων σε συλλογές, καθώς και σε διάφορα περιοδικά λόγου και τέχνης και στο διαδίκτυο.