Όρσα Δρετάκη | Εξάντας

© Jean-Pierre Favreau

Τριγύρω παλιοί κόμποι ναυτικοί. Λένε, πως δε λύνονται εύκολα. Για ν’ αντέχουν τις θύελλες σε μακρινά ταξίδια. Χάρτες παλιοί, από σκονισμένες διαδρομές. Και σχοινιά από ανακούφιση. Απ’ αυτά που στηρίζουν τα πανιά όταν αυτά ανοίγουν στους ούριους άνεμους. Μια πυξίδα μεταλλική, που έπαψε να δείχνει τον βορρά εδώ και καιρό. Και που, ανατρεπτικά, λες κι έχει κολλήσει σε κάποιο παραμύθι, δείχνει την ανατολή και κάποιες φορές το νότο. Κι ένας εξάντας κάπως μεγάλος και λίγο σκουριασμένος από τις απανωτές αλμύρες της καταχνιάς σου. Και άκρη άκρη, μια σκάλα από ναυτική κουκέτα. Εκεί που ξεκουράζονταν κάποτε, από το μέτρημα των κυμάτων, ταξιδιάρικα πουλιά. Απ’ αυτά που χάνονταν καμμιά φορά στα στεριανά σου όνειρα. Και μεσ’ τη μέση ένα δέντρο με ανάγλυφες τις ρίζες σου, τις κρυμμένες μέσα σε τόπους μακρινούς, που θα’ θελες ν’ αράξει κάποτε το ιστιοφόρο της σκέψης σου. Και πάνω στο μαύρο της νύχτας, γράφεις, υπολογίζοντας τη ρότα την άγνωστη. Που τη ψάχνεις ακόμα σε χάρτες παλιούς. Μα τα σύνορα των κρυφών λιμανιών έχουν αλλάξει τώρα. Μόνος δρόμος τ’ αστέρια, είπε ο γητευτής. Καθώς συνέχιζε να ψάχνει τις κρυμμένες πηγές του. Μέσα στο κουρνιαχτό από ανέμους ξένους, που έφεραν τη σκόνη των ερήμων σου και έκαναν τη ματιά σου να καίει. Κοίταξες ψηλά. Άπειρα άστρι μέσα στο μελάνι της νύχτας σου. Κοίταξες βαθιά. Άπειρες θύελλες ζωσμένες στο μελάνι της νύχτας σου. Μετράς τις ώρες της φωτιάς μ τον εξάντα τον παλιό. Που τον γυάλισες και αστράφτει τώρα. Σαν αστραπή, σαν κεραυνό, χαμένος μέσα στο θολό των καιρών και των χρόνων. Πολύχρωμα μικρά σημαιάκια, από αυτά που αποτελούν το αλφάβητο της απουσίας , μέσα στη πάχνη. Κι ένας παράφωνος τροβαδούρος, το ότι νιώθεις. Που θα’ θελε να πει σωστά τις νότες. Τις σημειώσεις των περιπλανήσεών σου, επί τα εκτός των τεκταινομένων εντός σου. Στον τοίχο τον ασπρισμένο από τους αφρούς των κυμάτων που ξεμακραίνουν, τα λόγια, ανεξίτηλα γραμμένα, ενός ποιητή που χάθηκε πριν βρεις εσύ τη μουσική σου. Ξαπλώνεις πάνω στο τίποτα των πεπραγμένων που κείτονται στο ξύλινο πάτωμα. Ως αθιβολές, ατάκτως εριμένες στο μυστικό σου σύμπαν. Εκεί που είσαι προστατευμένος από το απροσδιόριστο και το αμορφοποίητο. Που το ‘κλεψαν τα ξωτικά σου και το ‘βαλαν στα οράματα του μύστη. Του μεθυσμένου από το φως και την αδίστακτη καθαρότητά του. Ψάχνεις με τον εξάντα τις γωνίες και τις αγωνίες των οριζόντων. Και μετά τον αφήνεις κατά μέρος και ξαπλώνεις πάνω στη παιδική ματιά σου. Κουβέρτα ο ουρανός σε σκεπάζει. Ανοίγεις το βλέμμα σου. Γεμίζει με λαμπυρίσματα, με τραγούδια. Ο ραβδοσκόπος γελά. Η ματιά σου ξέρει καλύτερα τον δρόμο προς τις παλιές φλέες, από τη δική του τέχνη. Και ξαφνικά βλέπεις. Και ξαφνικά νιώθεις. Και ξαφνικά ξεφεύγεις από το ταγκό σου με τη σιωπή. Τ’ άστρι είναι εκεί. Όπως τ’ άφησες.

 


H Όρσα Δρετάκη γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε στην Ιατρική Σχολή Αθηνών. Έχει εκδώσει τα βιβλία: Το Άλικο Μπλε (Γαβριηλίδης 2016). Τότε που το σκοτάδι και το φως αγαπήθηκαν (Γραφομηχανή 2015). Στο θρόισμα του φεγγαριού (Γαβριηλίδης 2013). Το μπαχάρι της αυγής (poema 2013). Χάιδεψε ο άνεμος το φως (Βόλος 2011).
Έχει δική της περιοδική στήλη «Λέξεις πίσω από τον μύθο», στην εφημερίδα Χανιώτικα Νέα. Από το 2013 μέχρι σήμερα έχουν δημοσιοποιηθεί 56 άρθρα της.