Νικόλας Περδικάρης | Διαμάντια στα μάτια του

© Dorothy Bohm

Έχεις δει ποτέ τις μανάδες που στέκονται πίσω από τις κουρτίνες ν’ αποχαιρετίσουν τα παιδιά τους καθώς φεύγουν για δουλειά; Έχεις δει ποτέ αυτούς τους γιους και τις κόρες που σκύβουν διασχίζοντας με βλαστήμιες το πεζοδρόμιο, πέντε ή δέκα λεπτά πριν φτάσουν στο γραφείο; Μόλις τόσο χρειάζεται για να γραφτούν στα κατάστιχα ως αργοπορημένοι. Τόσο τους φτάνει, ώστε ν’ αρχίσουν τις απολογίες για το πού κοιμήθηκαν, πού ξενύχτησαν χθες βράδυ.      

Ο Τίκο είχε στα μάτια του δύο βόλους γελαστούς, διάφανους, ολοστρόγγυλους σα μπάλα. Η οξύνοιά του, η ευφράδειά του πιστοποιούνταν κάθε φορά ανάλογα με το πόσο γυαλισμένοι ήταν αυτοί οι βόλοι. Πόσο γελαστά φαίνονταν αυτά τα ψεύτικα μάτια μέσα στα μάτια του. Και, για όνομα του θεού, ας μην ζόριζε κανείς τον Τίκο καθώς ανέπνεε, καθώς χόρευε στην πίστα.

Το επόμενο πρωί θα έπρεπε, οπωσδήποτε, να ξεκινήσει για δουλειά μισοκλαμένος. Χωμένος στην άσφαλτο μέχρι τα γόνατα, θα ‘κανε γρήγορα έναν υπολογισμό ποιο δρόμο να διαλέξει. Η φωνή του η εσωτερική, που τον πρόσταζε: «κάνε το ένα ή κάνε το άλλο», τον εγκατέλειπε πάντα τη λάθος στιγμή.  Έτσι, σπαταλούσε αδίκως μερικά χρυσαφένια λεπτά από τη μέρα του, για να δει τις χοντροκώλες  με το τρύπιο καλσόν στα καφέ. Για να δει τους αλήτες στα πάρκα, καμουφλαρισμένους με φτερά περιστεριού, τους βιβλιοπώλες απάνω σε σκάλες, τους τυράννους στριμωγμένους στα λεωφορεία. 

Καθήκον του Τίκο ήταν να στοιβάζει χαρτιά, να πληκτρολογεί αποφάσεις. Εκεί που η καριέρα του δεν είχε φτάσει ούτε στα μισά, τα είχε κιόλας φτύσει. Δεν ήθελε να βλέπει τους συναδέλφους να εκπορνεύονται με αυτόν τον σύγχρονο τρόπο για ένα ξεροκόμματο. Δεν ήθελε να βλέπει κανέναν. Πιστός στρατιώτης, λάμβανε θέση από νωρίς στη γραμμή του. Σαν άλογο, οπλισμένο με παρωπίδες, ακολουθούσε το θανατωμένο του πεπρωμένο. Έτσι για πλάκα, ρουφούσε μισή γουλιά καφέ, άφηνε στο χείλος του ποτηριού ένα σκούρο πέταλο, μέχρι να γαντζωθεί πάλι από τους αριθμούς μέσα στις λέξεις. Παράδοξο, πλην αναμενόμενο, κάθε φορά που κουραζόταν, έτριβε τα μάτια του, ενώ δεν έπρεπε. Συνέπεια αυτής της αφηρημένης κίνησης, να ψάχνει τους στρογγυλούς διαμαντένιους οφθαλμούς του μέσα στο πληκτρολόγιο.

Από την άλλη μεριά του ήλιου, στον ίδιο ακριβώς γαλαξία, η σκονισμένη μητέρα του τον αποχαιρετούσε ακόμη πίσω από τη κουρτίνα, όπως όταν ο γιόκας της έφευγε το πρωί για δουλειά. Το ‘χε πει κάποτε: Αυτά τα διαμάντια στα μάτια του, εκείνη θα τα έπαιρνε να τα κάνει κοσμήματα. Στο κάτω-κάτω ήταν η μόνη που έβλεπε πως υπήρχαν. Ναι, το αγόρι της ήταν πιο πλούσιο και από την ίδια που τον είχε γεννήσει. Ναι, θα του άξιζαν τώρα όλες οι τιμές. Μαζί και οι υψηλότεροι μισθοί του κόσμου. Ας τον έπνιγαν οι τοίχοι, ας του φώναζαν οι διευθυντές. Αρκούσε που η μάνα του ήξερε τι παιδί είχε φέρει στον κόσμο. Σε τελευταία ανάλυση, «δεν βαριέσαι», έλεγε. «Δουλίτσα να υπάρχει κι όλα τ’ άλλα λύνονται». 

      [Πρώτη δημοσίευση ©Μονόκλ]


Ο Νικόλας Περδικάρης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1979. Σπούδασε στο τμήμα Επικοινωνίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Συνέχισε τις μεταπτυχιακές του σπουδές, στο ίδιο τμήμα, στον τομέα της Πολιτικής Επικοινωνίας και των Νέων Τεχνολογιών. Μέρος της μελέτης του σχετιζόταν με την έρευνα γύρω από τη χρήση των διαδραστικών-ψηφιακών αφηγήσεων στην εκπαίδευση. Εργάζεται ως δημοσιογράφος στην ΕΡΤ. Πρωτοεμφανίστηκε στην πεζογραφία με το βιβλίο «Ο σκύλος με το λουλούδι στο στόμα» το 2014.