John Ashbery | Θά εἶχες νομίσει

Στό μεταξύ, πίσω στήν
ἂψυχη Ἀμερική, οἱ ἂνθρωποι διασκεδάζουν
ὃπως πάντα.

Ἓνα πουλί ἐπισκέπτεται ἓνα λουτρό γιά πουλιά.
Ἓνα νέο κορίτσι κάνει μετεκπαιδευτικά μαθήματα
πολυϊστορίας. Οἱ μεγαμονάδες μου τραβοῦν
τό λουρί στό ὁποῖο εἶναι δεμένη ἡ ἂνοιξη.
Ὁ ἐτήσιος ἀγώνας δρόμου ἒχει ἀρχισει –

ἂνθη λευκά στά μαλλιά κάποιου.
Μπαίνει μέσα χορεύοντας στόν κενό ἀέρα,

χαλώντας τη μελαγχολική μελωδία τῆς περίπτωσής σου.
Τό λουρί εἶναι ἐλαστικό καί εὐαίσθητο,
ἀλλά φοβᾶμαι ὂτι μ’ ἒχουν τυλίξει σφιχτά συννεφάκια
πού ἐγώ ὁ ἲδιος προκάλεσα τή φορά αὑτή.

Κάποια ἂλλη φορά ἡ βροχή ἒσταζε
ἀπό ἓνα δέντρο σ’ ἓνα σπίτι καί μετά στό χῶμα –
κάθε πράγμα βοηθᾶ τόν ἑαυτό του καί κάποιο ἂλλο πράγμα
λίγο. Κάτι τέτοιο θά ἦταν ἀδιανόητο
τίς μέρες αὐτές τῶν εὐαίσθητων ἀπαντήσεων καί τῶν ἐπιθετικῶν
ἐρωτἠσεων.

Ἡ ρουτίνα παραεῖναι οἰκεία,

τό πέτρινο μονοπάτι κουραστικό.

Μετάφραση: Βασίλης Παπαγεωργίου

Αφήστε μια απάντηση