Ο λαϊκός ο άνθρωπος

για τα τριάντα χρόνια
ένα κείμενο που τίποτε δεν προσθέτει
στη μοναδικότητα του Χατζιδάκι
και περιττά την επαινεί

Ο Γιάννης Τσαρούχης το ‘πε. Και οι εκδόσεις Άγρα ετοιμάζουν να αποθησαυρίσουν εκείνη τη λιτή διατύπωση που απόψε μου κάνει και με το παραπάνω. Επειδή θέλησα να ξεχωρίσω τι σόι πράγμα είναι αυτός ο άνθρωπος ο λαϊκός που κατηφορίζει τα ρουμάνια της ζωής, που πιάνει σε νότες τη μελαγχολία και την πιο σπάνια ευτυχία του, όπως κανείς στήνει ξόβεργες για να πιάσει τα πουλιά του ουρανού. Χρόνια αργότερα, ο ζωγράφος πρόλαβε να συμπληρώσει έξοχα μια υπόμνηση προφορική που αμέσως ξεδιάλυνε εκείνο που ‘θελε να πει όταν μιλούσε στους σπουδαστές μες στα μεσημέρια τα αφιερωμένα σε μια σύνοψη της καλλιτεχνικής δημιουργίας, με τον ζωγράφο να διαλέγει τα άξια και τα σημαντικά της τέχνης που κυλά μες στους αιώνες, που δανείζεται και σωπαίνει και πάλι βρίσκει κορυφές, εκφράζει συγκινήσεις που σε άλλη εποχή δεν θα ταν ειπωμένες. “Έπεσε”, είπε, “πολύ τσογλάνι”, πάει να πει νοθεύτηκε ο άνθρωπος ο λαϊκός και στο όνομά του γίνανε τέρατα.

Είναι άλλο πράγμα ο λαϊκός ο άνθρωπος, το ‘παν και τα τραγούδια του Μάνου που έρχεται τριάντα χρόνια τώρα η ώρα για να επαληθευτούν οι στοχασμοί του. Αυτοί που μαζί τη μουσική παρακαταθήκη του στερεώνουν το θαύμα που μας άφησε αυτός ο γλυκύτατος, όσο και αιχμηρός Αθηναίος, χίλια χρόνια μετά την πτώση της ξακουστής της πόλεως, πριν τούτο το Ελλάδος έρεισμα περάσει στην αιώνια αφασία και την αναξιοπρέπεια. Τώρα που έχουν μπερδευτεί όλα τα νοήματα και τα ιερατεία σωπαίνουν, τώρα που οι πόλεις μας ασχημαίνουν επικίνδυνα, τώρα που απολέσαμε ολοκληρωτικά τα στοιχεία μας τα πιο αλεξανδρινά και δεν μπορούμε οικουμενικοί να πούμε ότι στεκόμαστε, τώρα πια ο Μάνος διαθέτει μια προσαυξημένη σημασία.

Τον φέρνω στο νου μου καθισμένο στο αναψυκτήριο της οδού Πατησίων, κάτω από τον ίσκιο του απαξιωμένου Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου. Πλάι του το πλήθος το καινούριο, ο πληθυσμός της Ελλάδας που περνά και χάνεται, φορτωμένος όλες τις έγνοιες και όλη τη χρεία του κόσμου. Τον φαντάζομαι να σκαρώνει τα τραγούδια του, να νηστεύει το περιττό, να μετράει τούτο τον ορίζοντα τον καπνισμένο που είπαμε πολιτεία μας. Περιεργάζεται εκείνους τους λαϊκούς τους τύπους που διέρχονται βιαστικοί και απορροφημένοι μες στις μικρές τους υποθέσεις. Είναι οι λαϊκοί άνθρωποι που αγνοώντας αυτήν τους την ιδιότητα προχωρούν μες στις δεκαετίες και δίνουν όλο τους τον εαυτό για να κινήσουν οι τροχαλίες αυτού του κόσμου. Τι όμορφοι που είναι, τι αθάνατοι.

Δεν είναι λαϊκοί, αυτοί οι επιτηδευμένα σοβαροί που θα πουν για εκείνον. Δεν είναι λαϊκοί οι τύποι που όσο ζούσε τον λοιδωρούσαν, που δεν αντίκριζαν το μεγάλο και το ευγενές στους τρόπους του. Οι λαϊκοί άνθρωποι που κάθεται και χαζεύει ο Μάνος, διαθέτουν ανεπτυγμένο το αισθητήριο της παραχώρησης, της επιείκειας, της μεγαλοψυχίας, του θάρρους να ριχτούν μες στην ζωή και μες στον έρωτα, δίχως προφύλαξη για την ψυχή τους καμιά απολύτως. Δεν τους καίγεται καρφί αν είναι λαϊκοί ή τίποτε σπουδαίοι, μόνο τριγυρίζουν από ηλικία σε ηλικία, μελαγχολούν με τις βροχές και μες στο μεσημεράκι το καλοκαιρινό ρίχνουν νερά στο περιβολάκι τους που είναι ισάξιο του Παρθενώνος. Και ξέρουν να μιλούν για το ωραίο και το όμορφο και πάλι να σωπαίνουν σαν η ιστορία τους πάρει στο κατόπι. Και ξέρουν, πρωτίστως, να στερεώνουν τη ζωή τους με το τίποτε, έτοιμοι να χαθούν σαν φυσήξουν τα παραμύθια. Τις υποσχέσεις πιστεύουν που σταλάζουν τα παλιά μπαλκόνια, τις υποσχέσεις που τους πονούν μα δεν μιλούν και κάτω από τους εξώστες εξακολουθούν να χειροκροτούν με τις ζεστές τους τις καρδιές. Φορούν χρυσούς σταυρούς στο στήθος τους επάνω, μα σαν θυμώσουν βλαστημάνε σαν τους ανθρώπους του λιμανιού. Τον θάνατο φοβούνται και όμως τα πάθη τους ποτέ δεν τ’αρνήθηκαν. Ξέρουν τόσα λίγα για όλα ετούτα τα μάρμαρα που φύτρωσαν και πάνε, ξέρουν τόσα λίγα μα σαν αντικρίζουν τον Οδυσσέα Ανδρούτσο μες στα βιβλία τα σχολικά, τον Κολοκοτρώνη και τον Σολωμό και της Σαπφούς σαν ακούνε από τύχη κάποιο στίχο, ξέρουν από ένστικτο να σκύβουν το κεφάλι, να σωπαίνουν και να νιώθουν εκείνο το μεγάλο και το όμορφο που κρατεί όρθια τη ζωή μας.

Είναι οι λαϊκοί οι άνθρωποι και όχι αυτοί που “λαϊκίζουν”, πρόσωπα του καιρού μας. Διαθέτουν μια ροπή φυσική προς την αριστοκρατία που πυκνώνει μες στις ψυχές τους, κάθε που χορεύουν περήφανα και όταν φιλούν τα μάτια της γυναίκας που αγαπούν, όταν πονάνε και όταν κάποιος έρωτας πεθάνει, ήσυχα και ευγενικά, έτσι όπως έχουν μάθει για πάντα να κάνουν οι νεαροί θεοί στο τέλος μιας αγάπης. Είναι οι λαϊκοί οι άνθρωποι εκείνοι που αγαπά περισσότερο από όλους ο Μάνος Χατζιδάκις, καθισμένος αναπαυτικά στην πλαστική καρέκλα μιας Ελλάδας που λίγο λίγο μπαίνει στο μουσείο. Αν πάτε νύχτα θα δείτε που στήνονται τα ικριώματα και οι βάσεις των μεγάλων μας αγαλμάτων. Οι εργάτες του χρόνου που δουλεύουν σιωπηροί ανάμεσά μας, καρφώνουν για πάντα τα κάδρα και στήνουν τις προτομές που θα κοιτάζουν εις τους αιώνας, αυτούς που ανυποψίαστοι θα διαβούν από μέσα μας.

Και κάπου εκεί, θα δείτε μια προτομή ανθρώπου λαϊκού με τ’αξύριστο το παρουσιαστικό του, με το καλοκαιρινό του το πουκαμισάκι και τα γυαλιά τα ντεγκραντέ. Μετανάστης πριν από χρόνια, μα σήμερα αυτοκινητιστής. Και όμως σαν πέσει στο ραδιόφωνο κανένα τραγούδι του Μάνου, ξέρει να συλλαβίσει δυο τρεις στίχους και κάθε βράδυ παραδέχεται πως η βραδιά γίνεται εξόχως τρυφερή, αν κανείς λογαριάσει για χάρτινο το φεγγαράκι. Ο λαϊκός ο άνθρωπος έτοιμος σαν πάντα θα’ναι να νιώσει το χαρτί από το φεγγάρι που περνά και χάνεται και πάει όπως η ζωή του. Αυτούς τους ανθρώπους τους αγαπάει περισσότερο ο Μάνος Χατζιδάκις και για αυτούς έγραψε τις λαϊκές του τις οπερέτες και κάπου ζωγράφισε με πρόχειρες γραμμές τις μορφές των. Έκανε όπως και ο Φειδίας πριν από χρόνια σαν είδε τρεις γυναίκες που μοιάζανε με θεές και πάνω σε αυτές θεμελίωσε το έργο του. Το είπε και ο Πικιώνης που έμελε να συγκινηθεί με τις πέτρες και τα άλλα τα σύνεργα τα υλικότερα που μιλούν και λένε τόσα περισσότερα για τη ζωή μας. Το είπαν ένα σορό αρχάγγελοι, βγαλμένοι από τους λιγοστούς Ευαγγελισμούς της ζωής μας. Το είπαν τα αγάλματα και οι κόρες και οι Καρυάτιδες της οδού Λιοσίων πως η ομορφιά των αγαλμάτων συνιστά του έρωτος το ρεαλισμό.

Μα δεν χρειάζεται να προχωρήσω άλλο. Οι γνήσιοι, λαϊκοί άνθρωποι, ξέρουν από τραγούδια και από αγάλματα και ακόμη ξέρουν να λένε με όλο τους το είναι “καλημέρα” σαν διαβούν εμπρός από τον κύριο Μάνο. Επειδή λέει αυτός, δούλεψε σκληρά και αγάπησε βαθιά τους εργάτες, τους μικροϋπαλλήλους του εμπορίου που θριαμβεύουν τα μεσημέρια στην ακρογιαλιά, Κυριακές ολόκληρες, πάντα σε ελαφράν απόκλιση από το σύμπαν που μας κλείνει το μάτι ευρωπαϊκά.

Καληνύχτα σας κύριε Μάνο. Και να μας σκέφτεστε κάπου κάπου, έτσι μονάχοι μας που μείναμε. Και να μας γράφετε τραγούδια που’ναι ακριβώς όπως το ‘παν. “Λόγια’ ναι, τα λένε οι πικραμένοι πάσχουν να βγάλουν το πικρό μα το πικρό δεν βγαίνει”. Και η ζωή μας προχωρά κύριε Μάνο σε γαλάζιο σελιλόιντ, τριάντα χρόνια τώρα. Όσο περνάει ο καιρός και μεγαλώνω κύριε Μάνο, νιώθω βαθιά τι σόι πράγμα είναι οι άνθρωποι οι λαϊκοί, τι μεγαλείο κρύβουν, τι τροχιές αποθεώνουν κύριε Μάνο, λιτές γραμμές, αδιαπραγμάτευτες. Και πώς μες στους μώλωπες και τα λακτίσματα τα φοβερά αυτοί ανθίζουν και μπορούν να προχωρούν με έναν τόπο πάνω στις πλάτες τους. Δεν θα μάθω ποτέ πώς ζωγραφίζει κανείς το “ευχαριστώ” κύριε Μάνο και πως κάπου μες στην καρδιά σου υπάρχει ένας κόσμος καλύτερος από τον δικό μας, ένας κόσμος τραγουδιών.

 Α.Θ