Τακ, τακ

καμία ειλικρίνεια
μόνο σύμβολα και
μια τεχνητή πραγματικότητα
κατάλληλη για μαριονέτες

Σε ήχο πλάγιο

Η Κατερίνα είναι μια μαριονέτα πρώτης τάξεως. Φιλοξενήθηκε, στα νιάτα της γιατί τώρα οι συνδέσεις  της δείχνουν κομματάκι άκαμπτες. Αν ήταν άνθρωπος η Κατερίνα θα είχε εκείνο τον επίμονο υπόκωφο κάματο εκείνων που δεν τους κρατούν τα πόδια τους. Φοράει ένα παλλαϊκό φορεματάκι με άνθη στο φουρό και λεπτή δαντέλλα. Στα μανίκια έχει μια δυο ατέλειες, κάπου οι κλωστές την έχουν προδώσει την κατά τα άλλα τρυφερότατη, ενδυματολογική προσέγγιση. 

Και ακούγονται, τακ, τακ, τα ξύλινα παπουτσάκια της μαριονέτας που περνά σταθμούς και μικροεμπόρους των δρόμων και κόκκινα κορίτσια. Κανείς δεν της δίνει σημασία και μόνο σαν διαβεί απ’ανάμεσά τους, κάποιος λέει, κοίτα μια μαριονέτα. Μα κάνει λάθος η Κατερίνα είναι η πρώτη χορεύτρια του θεάτρου της μαριονέτας ή καλύτερα, έχει λάβει έναν ασημένιο σταυρό ως επιβράβευση της μεγάλης συνεισφοράς της στη θεμελίωση της τέχνης. Τα παιδιά την λατρεύουν, είναι η πρώτη μαριονέτα σε τούτη τη μεγαλούπολη. 

Τακ, τακ, κουνώντας τους γοφούς της χαρακτηριστικά η κούκλα κατευθύνεται προς το εκλογικό κέντρο. Είναι Κυριακή και σήμερα οι μαριονέτες έχουν την τιμητική τους. Θα εκλέξουν λέει τους εκπροσώπους τους. Η Κατερίνα έχει δηλώσει φυσικά υποψηφιότητα και λέγεται, σε κύκλους εξαρθρωμένους και παλιούς, πως είναι σχεδόν βεβαία η εκλογή της. Μόνο να μπορούσε να γελάσει από μόνη της, συλλογίζεται και με ρυθμικά βηματάκια περνά τα απόνερα στο ρείθρο και αποφεύγει έναν γάτο που την έχει πάρει στο κατόπι, ακροπατώντας πάνω στα κεραμίδια, προσεκτικά να μην την χάσει από τα μάτια του. Μα ευθύς σαστίζει και η φύση του η αιλουροειδής θα τα χρειαστεί όταν παρατηρεί με οξυμένη παρατηρητικότητα πως ένα σωρό μαριονέτες καταφτάνουν από κάθε γωνιά του δρόμου. 

[στο μεταξύ οι ήχοι του τάνγκο από μια ορχήστρα κουρελήδων στη γωνιά του δρόμου δίνει τον ρυθμό στην ιστορία αυτή]

Και δώστου τα τακ, τακ και οι κύριοι με τους παναμάδες, εκείνοι που έχασαν ένα χέρι και κάποιοι άλλοι με ξεφτισμένα τα σχοινιά τους. Όσο για τις κυρίες, όλες στο στυλ της Κατερίνας που ασπάζεται μια συνάδελφο αρτίστα, καλή ομολογουμένως και πλήρως εμβολιασμένη με το δαιμόνιο της επιτυχίας. Ίσως τόπους τόπους το ξύλο της να θέλει ένα βερνίκωμα, κάτι βρε αδερφέ, μα ου γαρ έρχεται μόνον. Και οι μαριονέτες τώρα παραταγμένες με ένα εκκωφαντικό τακ τακ που χαλάει τον κόσμο, ένα ίσο του κόσμου που καίγεται μες στις μητροπόλεις του καλά βαλμένος, προχωρούν στο εσωτερικό κέντρο του εκλογικού κέντρου. Τι αγωνία, φανταστείτε!

Μετά από λίγο, κάθε μια παίρνει τον δρόμο της επιστροφής. Θεέ μου, να ξέρατε πόσο λυπημένες είναι οι μαριονέτες που πηγαίνουν να ξαναπάρουν τη θέση τους σε μια αποθηκούλα, πάνω στο ράφι με τα άχρηστα τα πράγματα, με τα απομεινάρια μιας ζωής που κανείς δεν χρειάζεται πια. Άλλη στο καμαράκι και κάποια άλλη, ντυμένη καουμπόικα μες στο ξύλινο κουτί με τα παιχνίδια, κάποια δίχως σημασία μες σε εκείνο το σύμπαν των παιχνιδιών. Σε ελαφρήν απόκλιση προς το σύμπαν μια μαριονέτα τακ, τακ, πέφτει θύμα της νύχτας και του γάτου που καραδοκεί, έχοντας πια συνηθίσει το αστείο θέαμα. Και μια ακόμη να τη που αχνοφαίνεται στην άκρη του δρόμου, θύμα ενός φριχτού τροχαίου για το οποίο δεν θα γραφτούν λεπτομέρειες. Η μαριονέτα, υποτίθεται πως έκανε να διασχίσει το ρεύμα, να βρει έναν άλλο δρόμο, ολότελα παρασυρμένη από τη γοητεία της νυχτός. Μα τέτοιες αποκλίσεις πληρώνονται και ο προφυλακτήρας του θηριώδους τζιπ που ερχόταν με εκατοντάδες χιλιόμετρα, δεν την λυπήθηκε καθόλου. Μεμιάς χάθηκε από τη σκηνογραφία και κάπως λειψή πια, περνούσε στην ιστορία των σκουπιδιών, έχοντας χάσει όλα της τα άκρα. Για πάντα ξεχαρβαλωμένη, δόλια μου μαριονέτα, τι την ήθελες την παραβίαση του συρμού, του κυρίαρχου ρεύματος γιατί δεν σεβάστηκες το ειδικό το βάρος; Έγινες και εσύ σενάριο στα χέρια του Μποστ που καπνίζει στην Αχερουσία, γελώντας με όλους και με όλα. 

Όσο για τα αποτελέσματα, κανείς δεν ασχολήθηκε να τα μάθει. Μόνον αργά το βράδυ, οι επιζήσαντες μαζεύτηκαν από τριγύρω, τακ, τακ λυπημένα και καθόλου σαν του πρωινού τον χαλασμό. Η Κατερίνα, λησμόνησα να σας πω γύρισε σώα και αβλαβής εις το κοριτσίστικο δωμάτιο που την έριξε η πενιχρή της μοίρας. Και όλες οι μαριονέτες επέστρεψαν στα πόστα μιας απέραντα σιωπηλής ζωής.

Θα μου πείτε, 

“τι θέλετε να πείτε κύριε; Από πού και ως πού, μια μαριονέτα ψηφίζει και αποφασίζει; Και από πότε περπατά μια κούκλα στους δρόμους εκεί έξω; Δεν λέω, ποτέ δεν κοιτάζουμε χαμηλά διά αυτού του λόγου δε υποβαλλόμεθα άλλωστε σε δεινές ακαθαρσίες και παραπτώματα; Μα τώρα να περπατεί μια κούκλα μες στην Αθήνα, πολύ δεν πάει; Εσείς τι λέτε; Εγώ; Όσο για μένα όλα ετούτα τα λογαριάζω για απολύτως δίκαια συμπεράσματα. Μου λέτε, γιατί μια κούκλα να έχει ψυχή και γιατί μια κούκλα να νοιάζεται για την εκπροσώπησή της; Όλα αυτά είναι ανόητα και φανερώνουν άνθρωπο απρεπή και ανεπίκαιρο. Ποιος νοιάζεται κύριε για μαριονέτες, όπως πείτε μου, για τον Θεό, ποιος νοιάζεται για δούλους και εργάτες; Θα σας πουν πως και τα δύο αυτά είδη έχουν εκλείψει μα εγώ λέω πως οι δυο αυτοί τύποι συμπυκνώθηκαν στους τρόπους και τα φερσίματα μας, αυτό νομίζω. Μα ετούτο είναι μια άλλη κουβέντα και ίσως θα πρέπει να αναθεωρήσετε σχετικά με αυτήν την ιστορία που ενώ παρουσιάζει ενδιαφέρον, εντούτοις πάσχει. Κυρίως, επειδή δεν διαθέτει δράση, το έργο σας, θέλω να πω, είναι αντιδραστικόν, κύριε. Πηγαίνει προς τη σκέψη ή τουλάχιστον έχει την πρόθεση και αυτό αρκεί. Οπότε για να τα σώνουμε, φτιάξτε το και ελάτε  στις εννέα του μηνός. Και κάντε κάτι με αυτή τη μαριονέτα και το τακ τακ της που τόσο μας ενοχλεί. Όλα τα άλλα τα θηριώδη τζιπ θα τα τακτοποιήσουν έξοχα. Μα ο θόρυβος, αυτό πάει πολύ με τις μαριονέτες τη σήμερον ημέρα. Επόμενος!”

Και έτσι συνεχίστηκαν τα δοκιμαστικά για το φετινό έργο της υπηρεσίας πολιτισμού. Έχουν ποντάρει πολλά σε αυτό και το κονδύλι τους επιτρέπει να διαθέτουν πρώτης τάξεως σκηνοθέτη και εκλεκτούς ηθοποιούς και ένα καλά μακιγιαρισμένο θίασο. Φαντάσου να πέφταν θύματα ενός αντιδραστικού έργου, τι μικρό και ολιγόβιο πράγμα θα ήταν η θητεία των ανθρώπων του θεάτρου, τι αποτυχία! 

“Επόμενος, είπα!”

[τώρα η μουσική λέει όλα τα υπόλοιπα, πράγματα που η αδυναμία δεν μπόρεσε να καταγράψει και άλλα που καλύφθηκαν έξοχα με τη μουσική υπόκρουση που μαίνεται. Οι κουρελήδες παίζουν και ένας μαέστρος με το σακάκι του χιλιομπαλωμένο, δίνει την εντολή στο βιολί να πει κάτι μονάχο του και έπειτα στα κρουστά παραγγέλνει τη συμμετοχή στη σύνθεση. Το πιάνο κάτι λέει από μια απόσταση και η βιόλα βρίσκει ένα κενό και τρυπώνει στην παρτιτούρα. Τι Αγωνία Θεέ μου, τι αγωνία από το ´74!. 

Κυριολεκτικώς, μιλώντας μόνο για .]

Α.Θ