Με τον τρόπο μιας γοργόνας

My way, με την φωνή Τσιάρα Τσιβέλο 

Αν δεν έχετε δει εκείνο το παράξενο καραβάνι, τότε δεν έχετε αντικρίσει τίποτε που να αξίζει σε αυτήν την ζωή. Εμπρός πήγαιναν μερικοί ιππείς και αμέσως πιο πίσω οι βαστάζοι που κουβαλούσαν την πελώρια δεξαμενή. Και αμέσως πιο πίσω, το μεγάλο πλήθος, το ανεξάντλητο και παράδοξο πλήθος που τόσο γοητεύεται με τις πικρές ιστορίες. Κάθε τόσο οι καβαλάρηδες άφηναν το πόστο τους και έστεκαν με τα άλογά τους πλάι στους μεταφορείς που έχαναν το κουράγιο τους μα προχωρούσαν, πιστοί σε μια άγρια μοίρα.  Το καμτσίκι μαστίγωνε τον αέρα και έπειτα το ηλιοκαμένο δέρμα της πλάτης τους. Δεν μάτωναν, άλλωστε δεν είχαν άλλο αίμα για να χύσουν σε αυτήν εδώ την ζωή. Οι περισσότεροι από αυτούς δεν θα κατορθώσουν να ολοκληρώσουν το ταξίδι. Οι καβαλάρηδες τους θάβουν πρόχειρα ή τους ρίχνουν στους αλιγάτορες που αφθονούν στις κοίτες του ποταμού πλάι τους. Κανείς δεν θα ρωτήσει για αυτούς, κανείς δεν θα τους αναζητήσει. Οι ζωές μας δεν θα αλλάξουν μήτε θα ζημιωθούν με τον χαμό τους, επειδή είναι βαστάζοι. Και η μερίδα τούτης της ζωής που τους αναλογεί θέλει το τέλος τους πικρό, κανείς δεν μπορεί να το αλλάξει αυτό. 

Η βροχή που έπεφτε εδώ και ένα μήνα είχε προκαλέσει ορισμένα προβλήματα. Κυρίως στις μεταφορές που πραγματοποιούνταν με δυσκολία. Μεγάλες εκτάσεις καλυμμένες από έναν παχύρευστο άργιλο άρπαζαν τα αδύναμα πόδια των μεταφορέων. Μερικές φορές έπεφταν μες στις λάσπες ως τον λαιμό και άλλοτε ορισμένοι βυθίζονταν αργά, με μια απόγνωση στο πρόσωπό τους, στο τελευταίο καρέ από ένα σύντομο πέρασμα σε αυτόν εδώ τον ικανό για το καλύτερο και το χειρότερο, κόσμο. Η πομπή έμοιαζε νεκρώσιμη και άλλοτε θύμιζε τις φεστιβαλικές ζωγραφιές του Ένσορ που μυρίζουν θάνατο και άφθαστο κυνισμό. Ο ιερέας κάθε τόσο διέκοπτε την πομπή – λησμόνησα να σας πω πως ο ιερέας είχε αναλάβει να εξαγνίσει το παράξενο πλάσμα της δεξαμενής. Ζητούσε με προσευχές στεντόρειες προς τον Ύψιστο να συγχωρέσει το άμοιρο πλάσμα. Δεν θα ομολογούσε ποτέ πως δεν υπάρχουν θεοί και πως αυτές οι προσευχές φιλοδοξούν να επιστρέψουν κόντρα στον καιρό και τον άνεμο. Δεν θα ομολογούσε πως οι άνθρωποι σε τούτα τα μέρη θέλησαν να γίνουν οι ίδιοι θεοί και έτσι αισθάνονται σήμερα, πίσω από τον σταυρό, ξεπερνώντας το ένα εμπόδιο μετά το άλλο. Εμπρός λοιπόν, φωνάζουν οι καβαλάρηδες και προχωρούν χαρούμενοι μες στον κόσμο. 

Όσο για την δεξαμενή, φιλοξενούσε ένα τελείως απίθανο πλάσμα, από εκείνα που ανακαλύπτονται σε ξεχασμένα ναυάγια και συνιστούν μαρτυρίες θαυμάτων ή καλύτερα αποδείξεις πως εκεί έξω καλά κρατεί το χαρισματικό έργο της φύσης. Στον πάτο της δεξαμενής ένα κορίτσι με κατακόκκινες πλεξούδες και φύκια πλεγμένα κοιτούσε έκπληκτη το άγριο πλήθος. Είναι μισή ψάρι, με άλλα λόγια μια γοργόνα πέρα για πέρα αληθινή που  επαληθεύει τόσες και τόσες μυθολογίες. Κάθε τόσο ανεβαίνει στην επιφάνεια, τότε η πομπή σταματά και ο κληρικός βουτάει τον σταυρό μες στην δεξαμενή. Και το πλάσμα εξημερώνεται και πλησιάζει τον σταυρό, σαν βυθισμένος άγγελος. Όλοι χειροκροτούν με την καρδιά τους και οι προσευχές σκίζουν τον ουρανό στην πεδιάδα. Μες στην δεξαμενή υπάρχει ένα ολόκληρο απόσταγμα ομορφιάς, από εκείνα που λογαριάζαμε για χαμένα και τώρα, εμπρός στα μάτια μας, επιβεβαιώνει με τον πιο εύγλωττο τρόπο την στενή σχέση ανάμεσα στην μυθολογία και την πραγματικότητά κάθε καιρού. 

Το πλάσμα το ονομάζουν Άριελ, από το όνομα εκείνης της νύμφης που συνήθιζε να κλέβει την λαλιά των ανθρώπων. Η ίδια Άριελ παραμένει εξίσου επικίνδυνη σε αναρίθμητα μέρη του κόσμου, επιβεβαιώνοντας πως οι ρίζες της κρύβονται μες στην ανθρώπινη φαντασία. Η πομπή περνά εμπρός από γκρεμισμένες προσόψεις που σημάδεψαν για πάντα την ομορφιά της πόλης. Οι άνθρωποι γελούν και τραγουδούν και τα παιδιά πετούν λουλούδια μες στην δεξαμενή, ελπίζοντας να ιδούν την γοργόνα να τα καταβροχθίζει με το άγριο στόμα της. Μα εκείνη δεν τα αγγίζει, βέβαιη από ένστικτο, πως σε αυτά τα λουλούδια κρύβεται η ομορφιά του κόσμου. Κανείς δεν την αγαπάει, κανείς δεν την νοιάζεται, αφού η πομπή μισομεθυσμένη εισέρχεται στην κοιμισμένη πια πόλη. Επειδή το να αγαπάς κάτι σημαίνει να υποφέρεις για αυτό και οι καβαλάρηδες γελούν, γελούν, γελούν με την καρδιά τους χτυπώντας με το καμτσίκι τον αέρα που δίχως κανείς να το ξέρει, ματώνει.

Τώρα η πομπή έχει πια φθάσει. Οι βαστάζοι τοποθέτησαν την δεξαμενή σε μια ξύλινη βάση και οι στρατιώτες παρατάχθηκαν τριγύρω, σε μια προσπάθεια να προστατευθεί αυτός ο βέβαιος θησαυρός. Συλλογιστείτε το περιθώριο του κέρδους που μπορεί να αποκομίσει κανείς από την εμπορική εκμετάλλευση ενός τέτοιους θεάματος. Οι οδηγίες είναι σαφείς. Αν κανείς πλησιάσει, οι στρατιώτες θα πρέπει να χρησιμοποιήσουν τις ξιφολόγχες τους, δίχως δισταγμό και δεύτερη σκέψη. Η γοργόνα στέκει στην επιφάνεια του νερού, κοιτάζει τα άστρα και έτσι όπως προβάλλει κάτω από το γεμάτο φεγγάρι μπορεί κανείς να διακρίνει τα υπέροχα χαρακτηριστικά ενός προσώπου καμωμένου από φαγεντιανή. Οι στρατιώτες την περιεργάζονται μα δεν τολμούν να την αγγίξουν. Μοιάζουν με σκυλιά που τα έχει φιμώσει ο θαυμασμός για αυτό το υπέροχα, μοναδικό πλάσμα. Τώρα η γοργόνα τραγουδά, ολοένα και πιο δυνατά. Όλοι στην πόλη ακούνε το υπέροχο τραγούδι της και βγαίνουν σε παράθυρα και θύρες, δακρυσμένοι από την ομορφιά. Έχουν ξεχάσει πια τις λάσπες, την πνιγμένη στις αρρώστιες πεδιάδα, την φτώχεια και τα στρατεύματα που πλιατσικολογούν τις σοδειές τους. Ακούνε μονάχα εκείνο το τραγούδι και μες στην καρδιά τους έρχεται και φωλιάζει η αμηχανία που νιώθει κανείς εμπρός στο όσιο. Πρόκειται για μια αντίθεση στην ασκήμια ετούτης τη πολιτείας, για αυτό πρόκειται.

Ξημέρωσε και οι στρατιώτες αποκοιμισμένοι δεν έχουν την παραμικρή υποψία για όσα συνέβησαν. Τα κατέγραψε το βλέμμα ενός παιδιού μες στο ξημέρωμα όταν η γοργόνα έπιασε το τραγούδι και όλα αποκοιμήθηκαν μες στην αγάπη. Όσο τραγουδούσε, δήλωσε το παιδί, το δέρμα της ράγιζε και με όλο τον πόνο του κόσμου, κοιτούσε το φεγγάρι που είναι ίδιο σε κάθε γωνιά του θαλασσινού μας κόσμου. Έδειχνε χαμένη μες στην απόλυτη μοναξιά της και έπειτα με μια πνιγμένη από τον πόνο κραυγή σφάλισε τα μάτια της και εγκαταλείποντας με τόση τρυφερότητα όλες μας τις φιλοδοξίες. Με άλλα λόγια, η γοργόνα βρήκε έναν δικό της τρόπο για να αλλάξει την ιστορία, δήλωσε το παιδί στις αρχές. 

Το επόμενο πρωί οι στρατιώτες οδηγήθηκαν στον φρούραρχο. Τιμωρήθηκαν με στέρηση μισθού και ολιγοήμερη φυλάκιση. Κανείς δεν αρνήθηκε πως έτσι γλυκά πέρασε στον κόσμο του ύπνου. Οι έμποροι στις κοντινές πόλεις που σχεδίαζαν να εκθέσουν την γοργόνα, συνέρρεαν γυρεύοντας πίσω τα λεφτά τους. Επικράτησε πανδαιμόνιο και ήταν μονάχα τα παιδιά που στα βάθη του δάσους επαναλάμβαναν από τώρα και για πάντα, το τραγούδι της γοργόνας, κάτι σαν κλάμα σε μια μακρινή παραλία. Ένα κερί έλιωνε πίσω από τις φωνές τους, αφήνοντας σημάδια στις καρδιές, για ένα κόσμο που τέλειωνε, για ένα άφαντο φεγγάρι. 

Και εκείνο το κορίτσι; Πείτε μας για την γοργόνα.

Εκείνη, βρήκε τον δικό της δρόμο μες στην φυλακή της, κάτω από την κιτρινωπή σκοτεινιά. Αυτό είναι όλο.

Α.Θ