Σωτήρης Παυλέας | Τα υπαρξιακά μιας προνύμφης

© Garry Winogrand

Η ψυχολόγος τράβηξε απολαυστικά μια τελευταία τζούρα από το τσιγάρο της και το έσβησε στο τασάκι που έκρυβε στο πρώτο συρτάρι του γραφείου. Έπειτα, έβγαλε από το δεύτερο συρτάρι το σπρέι με αρωματικό χώρου και ψέκασε γύρω της με απότομες κινήσεις. Δεν επιτρεπόταν το κάπνισμα στην κοινωνική δομή που εργαζόταν, προφανώς, αλλά ήταν μια συνήθεια που δεν μπορούσε πια να αποβάλλει. Θεωρούσε δε, ότι της επιτρεπόταν μια μικρή απόλαυση μεταξύ συνεδριών, μια μικρή παρατυπία, μετά από τόσα χρόνια αδιάλειπτης αφιέρωσης στο έργο της. Την είχε σκαπουλάρει μέχρι τώρα, άλλωστε. Έβαλε μια τσίχλα στο στόμα, τίναξε τις στάχτες από την μπλούζα της, ίσιωσε με τα δάχτυλα (όπως – όπως) τα γκριζωπά μαλλιά και παρακάλεσε από το τηλέφωνο τη γραμματεία, να ενημερώσει τον επόμενο ασθενή.

Ένας υπάλληλος άνοιξε την πόρτα του γραφείου της, κοιτώντας το πάτωμα, κάνοντας παράλληλα νεύμα στην ψυχολόγο να πράξει ανάλογα. Περίμενε λίγα λεπτά και έκλεισε την πόρτα. Η ψυχολόγος απόρησε, κοίταξε το πάτωμα, αόριστα στην αρχή, αναρωτήθηκε αν της έκαναν πλάκα, αλλά δεν το συνήθιζε γενικά ο γραμματέας, δεν ήταν το στυλ του. Κοίταξε πιο προσεκτικά, μέχρι που είδε μια γκριζοκαστανή κάμπια να κινείται αργά στο λευκό πλακάκι, πολύ αργά, αλλά σταθερά προς το μέρος της.

Συγκρατημένη έκπληξη ήταν η αντίδραση της, ανασκουμπώθηκε άμεσα. Στο επάγγελμα της, ή μάλλον στο λειτούργημα της, όφειλε να είναι έτοιμη για όλα τα ενδεχόμενα. ‘Καλημέρα σας, καλώς ήρθατε’, είπε με την απαιτούμενη τυπική ευγένεια, ‘καθίστε’.

‘Καλημέρα σας’, απάντησε μειλίχια η κάμπια, ‘σας ευχαριστώ’.

Η κάμπια κάλυψε την μισή διαδρομή μέχρι την καρέκλα σε είκοσι λεπτά, σταμάτησε ξαφνικά και σήκωσε το κεφάλι. ‘Με συγχωρείτε για την… καθυστέρηση που προκαλώ, αλλά βλέπετε, τόσο μπορώ να τρέξω’.

‘Κανένα πρόβλημα’, είπε με κατανόηση η ψυχολόγος, ‘με την ησυχία σας, πάρτε όσο χρόνο χρειάζεστε’.

Η κυματοειδής πορεία της κάμπιας χρειάστηκε άλλα είκοσι λεπτά μέχρι να φθάσει στο πίσω πόδι της καρέκλας, ξεκίνησε να το ανεβαίνει και μετά από μισή ώρα βρισκόταν στη μέση του βελούδινου καθίσματος, παίρνοντας θέση απέναντι από τη ψυχολόγο. ‘Σας ευχαριστώ πολύ που με δεχτήκατε, παρότι είμαι… κάπως διαφορετική… όπως βλέπετε’, είπε.

Η ψυχολόγος ανέμενε κατά τη διάρκεια της μετάβασης με υπομονή, αλλά και με ένα αίσθημα περιέργειας, σε συνδυασμό με έξαψη, για τη διαφαινόμενη πρόκληση της παρούσας συνεδρίας. Ποιο να ήταν το ψυχικό πρόβλημα που απασχολεί την συμπαθέστατη (κατά πως φαίνεται) κάμπια  που την έφερε στο γραφείο της;  ‘Αλίμονο, ευχαρίστηση μας. Εδώ στη δομή θεωρούμε ότι όλα τα πλάσματα του κόσμου δικαιούνται ισότιμη πρόσβαση στις υπηρεσίες μας’, δήλωσε με τον απαιτούμενο σεβασμό, ‘πώς λέγεστε;’

‘Φατμέ… Καρά Φατμέ’, αποκρίθηκε η κάμπια.

‘Καλώς ήρθατε, λοιπόν, κυρία Φατμέ, πώς θα μπορούσα να σας βοηθήσω;’

‘Να, ξέρετε… δεν έχω ξανακάνει ψυχοθεραπεία… δεν ξέρω πώς να ξεκινήσω’, είπε αγχωμένα η κυρία Φατμέ.

΄Καταλαβαίνω, μην ανησυχείτε όμως, συμβαίνει στους περισσότερους επισκέπτες μας την πρώτη φορά’, είπε με άφθονη δόση ενσυναίσθησης η ψυχολόγος, ‘προσπαθήστε πρώτα αν θέλετε, να περιγράψετε τα συναισθήματα που σας προκαλεί το ζήτημα που σας απασχολεί, με απλά λόγια, τι νιώθετε; όπως σας βγει, δεν βιαζόμαστε’.

‘Έχετε δίκιο, ευχαριστώ’, είπε με σχετική ανακούφιση η κάμπια. Πήρε το χρόνο της. Οι μικροσκοπικές της κεραίες πάλλονταν, τα οφθαλμίδια της στριφογύριζαν σκεπτικά, επεξεργαζόταν τους πιθανούς τρόπους διατύπωσης. ‘Νιώθω ένα σφίξιμο μέσα μου, μεγάλο, στενοχώρια είναι βασικά, που δεν με αφήνει να ησυχάσω, με ταλαιπωρεί… και… ξέρετε, θα ήθελα να το διαχειριστώ κάπως… πριν κλειστώ στο κουκούλι’, είπε τελικά.

‘Μάλιστα, αυτή η στενοχώρια, το σφίξιμο όπως λέτε, νιώθετε ότι είναι κάτι γενικό; Ή θεωρείτε ότι πηγάζει από συγκεκριμένη αιτία;’, ρώτησε με αυξανόμενο ενδιαφέρον η ψυχολόγος.

‘Όχι, δεν είναι κάτι γενικό, ξέρω από πού προέρχεται’, δήλωσε με σιγουριά η Καρά Φατμέ.

Η λειτουργός κατεύνασε ενθαρρυντικά, αφήνοντας στην ασθενή της τον απαραίτητο χώρο να εκφραστεί.

‘Έκανα κάτι, κάτι κακό… πολύ κακό από ότι φαίνεται. Προφανώς είναι πολύ κακό, γιατί οι αντιδράσεις του κόσμου είναι έντονες… είναι προσβλητικές. Τα κανάλια μιλάνε για αδικαιολόγητο φαινόμενο, οι δημοσιογράφοι για… καταστροφή του κέντρου της πόλης. Και νιώθω πολύ άσχημα… έχω αυπνίες, μου έχει κοπεί η όρεξη για φαγητό…έχω χάσει βάρος, δεν ξέρω ποια είμαι πια, τι ρόλο έχω σε αυτό τον κόσμο! Και το σφίξιμο μέσα μου αυξάνεται συνέχεια, γιατί…από την πλευρά μου, το παλεύω δηλαδή, δεν μπορώ να το εξηγήσω…δεν καταλαβαίνω… δεν νιώθω ότι πείραξα κάποιον, κι έχω ενοχές και για αυτό’, ξέσπασε ταραγμένη και σχεδόν δακρυσμένη η κυρία Φατμέ.

Η ψυχολόγος άκουγε προσεκτικά, το βλέμμα της πρόδιδε προβληματισμό. Τι να ήταν αυτό που εκλάμβανε η ασθενής της ως κακό; Είναι δυνατόν μία κάμπια να επηρέασε αρνητικά τόσο κόσμο; Αλλά… και πόσο βάρος μπορεί να χάσει μια κάμπια; Την άφησε για λίγο να ανακτήσει την ηρεμία της. ‘Θα θέλατε να εξετάσουμε αυτό το συμβάν; Να μου πείτε δυο λόγια παραπάνω; Βλέπω ότι σας έχει επηρεάσει πολύ. Εάν το συζητήσουμε, ίσως να διαπιστώσετε ότι δεν είναι και τόσο… κακό, όπως το παρουσιάζετε. Ίσως να βρούμε κι άλλες ερμηνείες’.

΄Δεν μπορεί, είναι σίγουρα κακό!’ αντέδρασε με έμφαση η κάμπια, ‘ακούω συνέχεια ειρωνικά σχόλια για εμάς. Οι φίλες μου… οι χιλιάδες φίλες μου, δεν μου μιλάνε πια. Γιατί προκάλεσα δυσφήμιση στο είδος μας, έτσι λένε. Μα εγώ… εγώ νομίζω ότι έκανα κάτι φυσιολογικό’.

‘Καταλαβαίνω’, είπε με κατανόηση η λειτουργός, ‘η αντίληψη του κοινωνικού περίγυρου για εμάς, η γνώμη τους για εμάς αν θέλετε, επηρεάζει πολλές φορές δραστικά τη διάθεση μας. Είναι όμως, συνήθως, κάτι προσωρινό. Γι’ αυτό, θα ήθελα να εστιάσω… αναφέρατε ότι αναρωτιέστε και για τον λόγο ύπαρξη σας, αυτό είναι σημαντικό, νομίζω ότι αξίζει να εμβαθύνουμε λίγο. Ένας λόγος παραπάνω να κάνετε μια προσπάθεια να μου πείτε για το συμβάν – αν θέλετε φυσικά’.

Η κάμπια χαμήλωσε τις κεραίες, ανοιγόκλεισε τα οφθαλμίδια δείχνοντας ότι συμφωνεί. Και ξεκίνησε να περιγράφει.

‘Ήταν πριν λίγο καιρό, τριγυρνούσα στο κέντρο της πόλης, έψαχνα να φάω… και ξέρετε… δεν είναι τόσο εύκολο, παντού άσφαλτος και τσιμέντο, το πράσινο είναι ελάχιστο, πόσο μάλλον το φρέσκο, υπάρχει μεγάλη πείνα στο είδος μας. Είχε βραδιάσει για τα καλά, και αφού κατάφερα να διασχίσω ένα μεγάλο δρόμο – χωρίς να με λιώσει κάποιο αυτοκίνητο ευτυχώς -σκαρφαλώνω σε ένα πεζούλι, και τι να δω! Μια όαση από καταπράσινο, φρέσκο και δροσερό χορτάρι. Δίπλα μάλιστα σε μια πελώρια λίμνη. Μετά έμαθα ότι το λένε σιντριβάνι. Δεν το πίστευα ότι είναι πραγματικό, νόμιζα ότι έβλεπα όνειρο. Κι έπεσα κατευθείαν με τα μούτρα στο φαΐ. Έπειτα, σκέφθηκα τις φίλες μου, δεν είμαι καθόλου εγωίστρια ξέρετε, πεινούσαν, τις κάλεσα κι αυτές, κι ας με κατηγορούν τώρα. Και ήρθαν όλες. Μέχρι να περάσει η νύχτα είχαμε φάει την μισή έκταση. Σκεφθήκαμε ξέρετε, να φάμε όσο περισσότερο μπορούμε, να μην πεινάμε, μέχρι να μπούμε η κάθε μία στο κουκούλι της. Την άλλη μέρα…μαθαίνω… όπως τα είπα… γενική κατακραυγή!… και δεν το αντέχω, στενοχωριέμαι, και οι φίλες μου… χορτάτες μεν, τα ρίχνουν όλα σε μένα, επειδή το βρήκα και έκανα την αρχή. Τι να κάνω;’.

Η Καρά Φατμέ ολοκλήρωσε την ιστορία της με τα δάκρυα να τρέχουν ποτάμι από τα οφθαλμίδια και τα δακτυλιοειδή μεταμερή της να τρέμουν σύγκορμα. Η ψυχολόγος, εμφανώς συγκινημένη και αυτή, από την ομολογουμένως δύσκολη, αλλά ταυτόχρονα ευγενή θέση της κάμπιας, άφησε να της ξεφύγει, ‘ώστε σε εσάς οφείλεται το πρόβλημα με το γκαζόν…’. Η κυριά Φατμέ ακούγοντας κι αυτό, ξέσπασε περισσότερο σε κλάματα. Η ψυχολόγος μάλωσε την ίδια στιγμή τον εαυτό της, επιδείνωσε την ήδη βεβαρυμμένη ψυχική κατάσταση της ασθενούς. Έσπευσε να την απαλύνει.

‘Λοιπόν, κυρία Φατμέ, θέλω να είμαι ειλικρινής. Υπό άλλες συνθήκες, εάν δηλαδή παρουσιάζατε ένα πρόβλημα που είχε τις ρίζες σε μια πολύπλοκη ψυχική εσωτερικότητα, διαμορφούμενη στο πέρας του χρόνου ενηλικίωσης σας, θα σας παρότρυνα σε μια σειρά από συνεδρίες, ώστε να εντοπίσουμε από κοινού τις ψυχολογικές στενώσεις και να διερευνήσουμε πιθανούς τρόπους επίλυσης και ανακούφισης. Ωστόσο, θέλω να είμαι σαφής, η περίπτωση σας δεν είναι αυτή!’, είπε με περισσό στόμφο.

Η κάμπια σταμάτησε να κλαίει και άκουγε τη ψυχολόγο με προσοχή.

‘Ίσως παραβαίνω όλα τα θεραπευτικά πρωτόκολλα με αυτά που λέω, αλλά τα πράγματα εδώ είναι απλά. Δεν χρειάζεστε περαιτέρω ψυχοθεραπεία. Οφείλω να σας πω τη γνώμη μου ξεκάθαρα. Δεν έχετε κανέναν λόγο να νιώθετε σφίξιμο ή στενοχώρια. Αλίμονο! Εσείς απλά ακολουθήσατε αυτό που υπαγορεύει η φύση σας. Όλα τα πλάσματα αυτής της γης δημιουργήθηκαν με συγκεκριμένες ανάγκες για επιβίωση. Έχουν το δικαίωμα σε ένα ελάχιστο επίπεδο ποιότητας ζωής. Εφόσον, το αφιλόξενο για το είδος σας αστικό περιβάλλον, δεν παρέχει κάτι ανάλογο, καλά κάνατε και εκμεταλλευτήκατε αυτή την τεράστια ευκαιρία για ένα πλούσιο τσιμπούσι. Και δεν το κρατήσατε μόνο για τον εαυτό σας, δείξατε θαυμαστό αλτρουισμό. Σας αξίζουν συγχαρητήρια!’.

Η κυρία Φατμέ είχε πια αναθαρρήσει, σχεδόν χαμογελούσε πια ντροπαλά. ‘Δεν το είχα σκεφθεί έτσι, μπορεί να έχετε δίκιο. Νιώθω ήδη αρκετά καλύτερα, σας ευχαριστώ. Είχα απογοητευθεί ξέρετε. Τις προάλλες είχα επισκεφθεί και διατροφολόγο, να τον συμβουλευθώ. Είχα ορκιστεί να αλλάξω τη διατροφή μου, να παρατήσω τα φυτά και τα γρασίδια, να γίνω κρεατοφάγος. Είχα βέβαια αρκετές επιφυλάξεις, σκεφτόμουν και τη χοληστερίνη μου. Τέτοια ήταν η απόγνωση! Λογικό μου φαινόταν, κάθε μέρα σφάζονται και τρώγονται τόσα ζώα, και οι αντιδράσεις χλιαρές, ενώ για το γκαζόν… Μετά, αποφάσισα και έπαιρνα τηλέφωνο στο Δήμο, να ζητήσω αληθινά συγγνώμη, μήπως ακούσω ένα ‘δεν πειράζει Καρά Φατμέ, περασμένα ξεχασμένα’, να νιώσω καλύτερα… αλλά μου το έκλειναν. Δεν με έπαιρναν στα σοβαρά, ήταν μάλλον ακόμα θυμωμένοι μαζί μου’.

‘Αγαπητή κυρία Φατμέ, σας παρακαλώ, μην σκέφτεστε τέτοια δυσάρεστα’, συνέχισε η ψυχολόγος υποστηρικτικά. ‘Ο κόσμος εκεί έξω έχει τις δικές του αγκυλώσεις, τους δικούς του εγωισμούς. Μπροστά σε αυτούς, εξαφανίζονται οι ανάγκες των υπόλοιπων όντων στον πλανήτη. Είναι λυπηρό, αλλά ισχύει. Και τείνει πάντα να κατηγορεί εύκολα αλλότριους και όχι την εικόνα στον καθρέφτη.  Εσείς κυρία Φατμέ, αναδείξατε ένα θέμα που ο κόσμος το αγνοούσε μέχρι τώρα. Και οι κάμπιες έχουν δικαίωμα στη ζωή! Και οι κάμπιες πρέπει να βρίσκουν να τρώνε, σε αυτή την πόλη της αδιαφορίας και της υποκρισίας. Το γρασίδι για άλλους είναι καλλωπισμός, για άλλους είναι τροφή, τι να κάνουμε. Γνώμη μου είναι ότι πρέπει, έχετε χρέος θα έλεγα, να περπατάτε με περηφάνεια, να σέρνεστε μάλλον με περηφάνεια και να κρατάτε το κεφάλι ψηλά… και τις κεραίες’.

Η κάμπια είχε αλλάξει πια εντελώς διάθεση, χοροπηδούσε στα μικροσκοπικά της πόδια, γελούσε με ανακούφιση και γνήσια χαρά. ‘Σας ευχαριστώ πάρα πολύ, αλήθεια, με βοηθήσατε απίστευτα, τώρα πια θα περιμένω με ηρεμία να μπω στο κουκούλι μου΄, είπε και ξεκίνησε το ταξίδι της προς την έξοδο. Η ψυχολόγος την κοιτούσε με ικανοποίηση καθώς απομακρυνόταν, αργά, πολύ αργά και σταθερά. Το μυαλό της ήταν ήδη στο επόμενο τσιγάρο, στην μικρή αμαρτωλή επιβράβευση. Λίγο πριν την πόρτα, η κυρία Φατμέ σταμάτησε, γύρισε και είπε, ‘θα ήθελα, αν μου το επιτρέπετε, να σας συστήσω και σε έναν φίλο μου’.

‘Ευχαρίστως, χαρά μου να βοηθήσω αν μπορώ’, είπε πρόσχαρα η ψυχολόγος, διστάζοντας να ρωτήσει για τη δικαιολογημένη απορία της, τι είδους φίλος θα μπορούσε να είναι άραγε. Η Καρά Φατμέ, σαν να το κατάλαβε, συνέχισε να εξηγήσει. ‘Ο φίλος μου λέγεται Red Palm Weevil, δεν είναι από εδώ, ήρθε με την οικογένεια του, είναι μετανάστες. Είναι σκαθάρια, από τα κόκκινα, και ξέρετε… τα βγάζουν πολύ δύσκολα πέρα, όπου πάνε τους κυνηγούν, και δυσκολεύονται να βρουν τροφή και στέγη. Mου είπε πρόσφατα λοιπόν ο Red, ότι βρήκε ένα ιδανικό μέρος να εγκατασταθούν, να φάνε, να μεγαλώσει τα παιδιά του, να γεννήσουν τα επόμενα, να ζήσουν επιτέλους μια κανονική ζωή σε αυτόν τον τόπο. Αλλά… να… φοβάται και αυτός τη γενική κατακραυγή. Νομίζω θα μπορούσατε να τον βοηθήσετε, όπως εμένα’.

Η ψυχολόγος έγνεψε καταφατικά. Η κάμπια συνέχισε προς την πόρτα. Αυτή τη φορά, την πορεία τη διέκοψε η λειτουργός. ‘Αλήθεια, από περιέργεια, ποιο είναι αυτό το ιδανικό μέρος για τον φίλο σου;’

‘Οι φοίνικες… εμφανίστηκαν ως δια μαγείας στο κέντρο, μου είπε’, αποκρίθηκε η κυρία Φατμέ, ‘λέτε παρακαλώ στον κύριο να μου ανοίξει την πόρτα;’.

* * *


Ο Σωτήρης Παυλέας ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Τα τελευταία δύο χρόνια ασχολείται με τη δημιουργική γραφή, στην προσπάθεια να ξορκίσει την στυγνή καθημερινότητα. Κείμενα του έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικούς ιστότοπους και έχουν διακριθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς.