Αντώνης Τσόκος | Ημερολόγιο Πέμπτου ορόφου #2

© Μονόκλ

Το ξημέρωμα φωτογραφίζω τον ουρανό απ’  το παράθυρο της κουζίνας. Όπως χθες και προχθές. Όπως την πρώτη μέρα της δημιουργίας. Δεν είμαι σίγουρος αν είναι Πέμπτη ή Παρασκευή.  Δεν ξεχωρίζω πια τις ημέρες, παρά  μόνο τα σύννεφα.

Χθες βράδυ μέτρησα τις ταράτσες των απέναντι κτηρίων. Ο,τιδήποτε συμβαίνει στον κόσμο, το μαθαίνω από εκεί. Οι ταράτσες των Άνω Ιλισίων είναι  η Αμερική του πενήντα, η Βρετανία της δεκαετίας του εξήντα. Είναι το Rock and Roll και το Garage rock μου.

Την πιο ξεχωριστή ταράτσα της γειτονιάς την ανακάλυψα σήμερα. Αυτή δεν ανήκει ούτε στην Αμερική, ούτε στη Βρετανία. Είναι γνήσιο τέκνο της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Μέχρι χθες ήταν σχεδόν ακατοίκητη. Σήμερα το μεσημέρι ένας μαυροντυμένος μεσήλικας έστησε την καρέκλα του απέναντι από ένα μεταλλικό κλουβί για καναρίνια.  Έμεινε εκεί για ώρες κρατώντας συντροφιά σε  μία κεραία κι έναν ηλιακό θερμοσίφωνα.

Κάπως έτσι πέρασε κι η δική μου μέρα. Κοιτώντας τον άντρα που κοιτούσε το κλουβί. Στον άγνωστο έδωσα το όνομα Πωλ. Όλοι οι άνθρωποι αξίζουν ένα όνομα. Ο Πωλ άλλωστε είναι ο πρώτος πράκτορας της Στάζι στο ανατολικό Βερολίνο της Αθήνας. 

Η φράση ενός άλλου Πωλ – του Βαλερύ – με στοιχειώνει αυτές τις μέρες.

«Δύο κίνδυνοι απειλούν σταθερά τον κόσμο, η τάξη και η αταξία»…

Κατά τα άλλα γυρνάω γύρω από τις σβούρες, διαβάζω ξανά και ξανά την «Ασκητική», του Καζαντζάκη και τα ημερολόγια εγκλεισμού, του Ίκαρου και του Αντρέα.

Όσο για τον χρόνο, αυτός συλλαβίζει ακατάληπτα.