Ντέμπορα

© Bernard Plossu

μια κοριτσίστικη ιστορία

Ξύπνησε αναστατωμένη από τ’ όνειρό της. Ή πάλι εκείνο, ετοιμαζόταν να πάρει την εκδίκησή του. Κανείς δεν ξέρει, μόνο η Ντέμπορα.

Πρέπει τώρα πια να στερεώσει την καινούρια της ζωή. Θα σηκωθεί, λίγο μακιγιάζ και έπειτα βρίσκεται μες στους διαδρόμους του παλιού πανεπιστημίου. Δεν είναι πάνω από είκοσι χρονών. Τα πρόσωπα στις κορνίζες που εκτείνονται ως το βάθος του διαδρόμου την τρομάζουν. Τα παράθυρα σκεπασμένα με βαριές, παλιές κουρτίνες διακοσμημένες με χρυσές κλωστές κάνουν σκοτεινά ετούτα τα κενοτάφια του πνεύματος. Κράτα γερά Ντέμπορα, στο τέλος του διαδρόμου σε περιμένει ένα πανέμορφο πρωινό.

Και εκείνη με την ανάσα της κομμένη γυρεύει την έξοδο του κινδύνου. Σε λίγο φτάνει, το πλήθος πυκνώνει, πεθαμένα χαμόγελα, σφιχτά βαλμένοι λαιμοδέτες. Κάτι αλλάζει τα πρόσωπα στις κορνίζες και όλα μεταμορφώνονται σε άγριες μορφές, έτοιμες να την κατασπαράξουν.

Ντέμπορα, Ντέμπορα, οι φίλες την φωνάζουν, μα εκείνη τρέχει ολοένα και πιο γρήγορα, γλιστράει πίσω από τις γραμμές του εχθρού. Κάτι χνάρια από τον ήλιο που γλιστρούν πίσω από το τζάμι της δείχνουν το δρόμο.

Και η Ντέμπορα βάζει τα δυνατά της, όπως τότε που ήταν παιδί και κυνηγούσε μια θαλασσί πορτοκαλιά κάτω στο πάτωμα, τότε στην παιδική εποχή της ζωής της. Οι εραστές της γνέφουν από τις γωνιές, μα εκείνη απόψε δεν νοιάζεται να φτάσει ως την καρδιά ενός άνδρα, αλλά μόνο να βρει έναν τρόπο να ξεφύγει από αυτόν εδώ τον λαβύρινθο.

Ντέμπορα, Ντέμπορα, μην δειλιάσεις λέει στον εαυτό της, στον καθρέφτη βλέπει όλες τις εποχές της ζωής της. Η Ντέμπορα παιδί, έπειτα ένα άγουρο κορίτσι, γυναίκα, μητέρα, με γκρίζα μαλλιά και αναμνήσεις που μπερδεύονται. Σε όλες τις σκηνές το βλέμμα της παραμένει ακριβώς το ίδιο.

Ντέμπορα, τρέξε, βάλε τα δυνατά σου, να προλάβεις εκείνη τη βροχή που έρχεται από παντού.

Μες στο βάθος του καθρέφτη είναι κάποια που την ξέρει λίγο, ίσως καθόλου. Λίγο πιο πέρα, στο φόντο, δυο αγόρια μόνα σε έναν κόσμο γεμάτο έλατα, χιόνια και ποτάμια. Οι δεκαετίες έχουν περάσει τώρα πια, το όνειρο γερνά.

Ντέμπορα, Ντέμπορα, ακούει τη φωνή του που πλησιάζει. Σκουπίζει τα δάκρυά της, δεν έχει χρόνο πια. Ρίχνει μια ματιά στο σπίτι, τα κάδρα την κοιτάζουν βλοσυρά, φαίνεται πως ξέρουν τι σκέφτεται. Η χύτρα σφυρίζει, ο ατμός κρύβει τη μορφή της, η Ντέμπορα έμαθε να κλαίει σιωπηρά. Το όνειρο έχει τελειώσει πια μα κάτι μένει όρθιο.

Ντέμπορα, Ντέμπορα, μα δεν υπάρχει κανείς μες σε εκείνο το καθώς πρέπει σπιτικό. Βλέπετε η Ντέμπορα τώρα ταξιδεύει με τα λιγοστά της υπάρχοντα, ανανεώνει το μακιγιάζ της στις τουαλέτες του σιδηροδρομικού σταθμού και νιώθει πιο δυνατή από ποτέ. Ρίχνει το αντίτιμο στον κερματοδέκτη και δίνει τις τελευταίες εντολές για το φαγητό που γίνεται, γίνεται, γίνεται.

Και όλο φέρνει στο νου της εκείνο το ξύλινο άλογο που γερνά. Κοιτάζεται στον καθρέφτη και χαμογελάει με μια δόση πικρίας και κατανόησης, επειδή ο χρόνος αφήνει σημάδια στο κάθε τι. Η φωνή του οδηγού διαπεραστική.

Αναχώρηση τώρα, παρακαλώ! Και η Ντέμπορα από τη μεριά του παραθύρου γράφει ξανά και ξανά το όνομά της στο τζάμι, όσο ο ήλιος δειλός ακόμη, στεγνώνει την υγρασία που θόλωσε τόσα χρόνια τη ζωή της.

Η αλήθεια είναι πως αυτή εδώ η ιστορία έφτασε στο τέλος της μα είναι αδύνατο να πω τι είναι όνειρο και τι όχι. Ρωτήστε την Ντέμπορα για τις υπόλοιπες λεπτομέρειες, την Ντέμπορα που χαμογελάει μέσα σας με ένα πρωτόγνωρο πείσμα. Ω, ναι, η Ντέμπορα που ραγίζει εκείνο τον πένθιμο φλοιό και έστω και αργά, που κάνει ότι μπορεί για να κερδίσει τη ζωή της. Από την αρχή, ως, ναι Ντέμπορα.

Α.Θ