Αντώνης Τσόκος | Ημερολόγιο Πέμπτου ορόφου #5

© Robert Frank

Έχω συντάξει άπειρες επιστολές με παραλήπτη τον χρόνο, κατηγορώντας τον σχεδόν για τα πάντα. Για όσα μου στέρησε, για όσα μου δώρισε χωρίς να του ζητηθούν. Θα ήμουν όμως εμπαθής αν δεν αναγνώριζα το μοναδικό του προτέρημα. Από τα μάτια του δεν πέρασα ποτέ απαρατήρητος. Αισθάνομαι το άγγιγμά του κάθε στιγμή,  ακόμη και τώρα που όλα έχουν παγώσει.

Ζούμε μια άγρια εποχή. Η ψυχρότητα  έγινε  νόμος του κράτους. Η καχυποψία, καθήκον κάθε ευσυνείδητου πολίτη. Όπου κι αν πας συναντάς μασκοφόρους με χαμηλωμένα τα μάτια. Όσοι παραμείνουμε υγιείς θα τριγυρνάμε με μολυσμένο βλέμμα.

Αν αφήσεις ένα μπουκάλι γάλα για μία μέρα έξω από το ψυγείο, θα αλλοιωθούν τα συστατικά του. Το ίδιο συμβαίνει και με τον άνθρωπο. Δεν μπορεί να  διατηρηθεί σωματικά και ψυχικά υγιής μακριά από την κοινωνία. Αν υπάρχει ανάγκη να συμβεί κάτι τέτοιο τότε χρειάζεται την βοήθεια του κράτους. Ουσιαστική βοήθεια, όχι απαγορεύσεις, αγορεύσεις και πρόστιμα. 

Μεγάλο Σάββατο σήμερα. Είναι  έξι και μισή το ξημέρωμα, η Κλειώ παρατηρεί το βούισμα των μοτοσικλετών. Απ’ όταν τελείωσαν οι εικόνες κοιτάζει με προσήλωση τους ήχους.

Δεν θυμάμαι πως είναι το Πάσχα στο διαμέρισμα. Η μοναδική ανάμνηση που έχω φαντάζει ψεύτικη. Με τόσα κενά μνήμης κάτι θα ζήσω λάθος. Θέλει και η γιορτή τον μπούσουλά της.

Δεν μου λείπει τίποτα περισσότερο από τις διαβάσεις πεζών της Σταδίου και της Πανεπιστημίου. Να περιμένεις στο φανάρι και στον ουρανό να καίγονται τα τελευταία πίξελ του ήλιου.

Πέρυσι, τη μεγάλη Τετάρτη, ξεκίνησε η διαδικασία έκδοσης της Εμμανουήλ Μπενάκη. Βρεθήκαμε με την Αγγελική και μιλήσαμε για την επιμέλεια. Στο Poems & Crimes  ένιωθες έντονα την κατάνυξη των ημερών. Φέτος την ίδια μέρα έγραψα το πρώτο ποίημα της καινούργιας συλλογής. Για να είμαι ειλικρινής, το μισό το ονειρεύτηκα. Αυτά είναι τα πιο αγαπημένα μου ποιήματα κι ας κουβαλάνε ένα αδιόρατο χρέος.