Εσμεράλδα Γκέκα | Παράδοξος ύπνος

 

Γράφει ο Αντώνης Τσόκος:

Η ανάγνωση μιας ποιητικής συλλογής δεν υπόκειται σε κανόνες. Δεν υπάρχει αρχή, μέση και τέλος. Η σειρά με την οποία θα διαβαστούν τα ποιήματα δεν επηρεάζει την τελική κρίση του αναγνώστη. Ξετυλίγω λοιπόν το κουβάρι του «Παράδοξου Ύπνου» όχι από το πρώτο αλλά από το δέκατο ποίημα της συλλογής. Τον «Εωσφόρο». Η επιλογή δεν έγινε τυχαία. Στους δύο τελευταίους στίχους του ποιήματος βρίσκονται οι άκρες του νήματος.

Γράφει:

Σου ανήκουν τα σύννεφα
κι οι σκέψεις – που πιάνονται εκεί
οι αράχνες, τα σμαράγδια…
τα οράματα τ’ ασυνεχή.
Αχ, γαλάζιε δολοφόνε!
Αν μέσα τους τύχει και πιαστείς
να μη ρωτήσεις πως.
Αν μας συγχωρέσεις τα όνειρα
θα σου συγχωρέσουμε το φώς.

Ολόκληρη η ποιητική συλλογή κινείται μεταξύ ονείρου και φωτός. Μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας. Αν μας συγχωρέσεις τη φαντασία θα σου συγχωρέσουμε την πραγματικότητα θα πω παραφράζοντας τα λόγια της ποιήτριας.

Το όνειρο δεν έχει παρελθόν. Το φως δεν έχει μέλλον. Ο Παράδοξος Ύπνος συνδιαλέγεται με τους  δύο αυτούς κόσμους.

Ο ύπνος αποτελεί μια ένθετη ζωή. Έναν προσωρινό θάνατο. Είναι η στιγμή που άνθρωπος επιστρέφει στον εαυτό του. Την πρόσκαιρη αδράνεια του σώματος εκμεταλλεύεται το όνειρο για να αναδυθεί στην επιφάνεια.

«Οι άνθρωποι που ξυπνούν από τον παράδοξο ύπνο μπορούν να θυμηθούν πολλά όνειρα, ενώ όσοι ξυπνούν από ύπνο μη παράδοξο θυμούνται ελάχιστα ή και καθόλου όνειρα».

Τα όνειρα πρωταγωνιστούν στα ποιήματα της Εσμεράλδας. Τα πάντα είναι μοίρα, όνειρο και ανάμνηση μέσα στο ποίημα, σημειώνει ο Paul Valéry. Με αυτό το εφαλτήριο η ποιήτρια μας φέρνει σε επαφή μ’ έναν από τους ομορφότερους μύθους της Ελληνικής Μυθολογίας. Το μύθο του Πυγμαλίωνα.

Σύμφωνα με μία απ’ τις πολλές εκδοχές του μύθου, ο Πυγμαλίων ήταν γλύπτης απόλυτα αφοσιωμένος στη δουλειά του. Ένα βράδυ η θεά Αφροδίτη παρουσιάστηκε στο όνειρό του. Ο Πυγμαλίων έκθαμβος από την ωραιότητα της γυναίκας που ονειρεύτηκε άρχιζε να σκαλίζει ένα γλυπτό με τη μορφή της. Όταν το τελείωσε ένιωθε ήδη ερωτευμένος με αυτό.

Κατά τη διάρκεια των Αφροδισίων έκανε μία προσφορά στη θεά ικετεύοντάς την να ζωντανέψει το άγαλμα. Η Αφροδίτη συγκινήθηκε από την παράκληση του γλύπτη και μεταμόρφωσε το άγαλμα στην πιο ιδανική γυναίκα. Την Γαλάτεια.

Στο πρώτο από τα δύο, βασισμένα στον μύθο, ποιήματα ο γλύπτης πέφτει στη γη και σπάει. Συμμετέχοντας σε μια σπάνιας ομορφιάς ποιητική μεταφορά. Η αντιστροφή των ρόλων, ανάμεσα στον γλύπτη και το δημιούργημά του,  αναδεικνύει την δύναμη αλλά και τη συνέχεια του έρωτα. Στον μύθο ο έρωτας ζωντανεύει το άγαλμα. Στο ποίημα θρυμματίζει τον ίδιο του τον δημιουργό.

Ο Πυγμαλίων και η Γαλάτεια δεν είναι οι μοναδικές μυθικές μορφές που συναντάμε  στα ποιήματα της συλλογής. Ανταμώνουμε επίσης τον Ορφέα, τον Ίκαρο, την Περσεφόνη, τον Μέγα Παν.

Στα συγκεκριμένα ποιήματα μπορούμε να πούμε ότι η γνώση των μύθων κρίνεται επιθυμητή αλλά όχι επιβεβλημένη. Τα ποιήματα έχουν ρίζες παράγουν όμως τους δικούς τους καρπούς.

Το πάντρεμα κρίνεται απολύτως επιτυχημένο. Η επιλογή των συγκεκριμένων προσώπων είναι φανερό ότι δεν έχει γίνει τυχαία. Ο Νάρκισσος, ο Ίκαρος και η Περσεφόνη δεν διαφέρουν σε τίποτα από τον σύγχρονο άνθρωπο. Διανύουν ατελείωτα χιλιόμετρα μέσα στον εαυτό τους. Είναι εξαρτημένοι από τους φόβους τους. Καίγονται απ’ τα όνειρά τους. Ράβουν μέσα από το στο δέρμα τις επιθυμίες τους.

Η περιπλάνηση στο ποιητικό σύμπαν της Εσμεράλδας Γκέκα θυμίζει νυχτερινό περίπατο σε δάσος. Στα ποιήματά της υπάρχει μια αίσθηση παντοτινής υγρασίας. Ο άνθρωπος αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της φύσης. Οι φλέβες παρομοιάζονται με ρίζες δέντρων.

Γράφει:

Οι φλέβες μου είναι στεγνές
ρίζες δέντρων
είναι δρόμοι του φωτός
είναι το τίποτε ιδιαίτερο
είναι οι δρόμοι που ανοίγω
με τα δάχτυλα
και φεύγω.

Η ποιήτρια βρίσκεται σε  μια συνεχή αναζήτηση. Την αναζήτηση του παραδείσου. Αποζητά την απελευθέρωση της άνοιξης. Τη φροντίδα του ήλιου. Ενός ήλιου που ανατέλλει και δύει. Που σκοτώνει και ανασταίνει. Για να δώσεις ζωή, γράφει Μπουκόβσκι, πρέπει πρώτα να πάρεις.

Οι έννοιες του φωτός και του σκότους εναλλάσσονται στα ποιήματα της συλλογής. Το ίδιο και οι παραγόμενοι συμβολισμοί. Αλλού τοποθετούνται για να τονίσουν την απουσία και την παρουσία. Αλλού την άνοδο και την πτώση. Μεροληψία υπέρ της μίας ή άλλη έννοιας δεν συναντάμε. Το φως και το σκοτάδι άλλωστε αλληλοεξαρτώνται. Κανένα άστρο δεν είναι ικανό να λάμψει στο φως του ήλιου.

Τ’ αστέρια φωτίζουν αρκετά από τα ποιήματα του παράδοξου ύπνου. Με διαφορετική μορφή κάθε φορά. Άλλοτε παρομοιάζονται με βότσαλα που καταλήγουν στο νερό. Άλλοτε με φωτεινά πουλιά στο ουράνιο στερέωμα.

Πουλιά κι αστέρια συνυπάρχουν αρμονικά τον ουρανό των ποιημάτων. Ο ήχος των φτερουγισμάτων είναι συχνός και έντονος. Τα πουλιά χρησιμοποιούν τα φτερά τους όχι ως μέσω μεταφοράς αλλά για να βρίσκονται όσο πιο κοντά γίνεται στην κουρτίνα του ουρανού.

Την ποίηση της Εσμεράλδας Γκέκα χαρακτηρίζει μια μουσικότητα. Τα ποιήματά της έχουν ρυθμό. Αυτό οφείλεται ως ένα βαθμό στην ομοιοκαταληξία που περιστασιακά χρησιμοποιεί αλλά και στο τρόπο με το οποίο είναι φορτισμένες οι λέξεις. Ο Έζρα Πάουντ είχε πει ότι φορτίζουμε τις λέξεις με τρεις κυρίως τρόπους: με την εικονοποιία, την μελοποιία και τη λογοποιία. Χρησιμοποιείς μια λέξη για να δημιουργήσεις μιαν οπτική εικόνα στη φαντασία του αναγνώστη ή τη φορτίζεις με ήχο ή, ακόμη, χρησιμοποιείς ομάδες λέξεων για να το επιτύχεις.

Η ανάγνωση της ποιητικής συλλογής της Εσμεράλδας Γκέκα αφήνει μια αίσθηση ονείρου. Μια παρηγοριά σε όλους εκείνους που φτάνουν στο χείλος της ζωής αλλά δεν γεύονται τον καρπό της. Αφήνει όμως και μια αμφιβολία στο μυαλό. Την αμφιβολία της ποίησης. Το ακριβότερο δώρο του ποιητή στο στον αναγνώστη. 

 

Εσμεράλδα Γκέκα - Παράδοξος ύπνος – Γαβριηλίδης, 2019