T.S. Eliot | Έρημη χώρα. Προύφροκ. Οι κούφιοι άνθρωποι

 

[Απόσπασμα από τον πρόλογο του Γιάννη Αντιόχου]

 Πιθανόν να είμαι από αυτούς τους λίγους που δεν προτίθενται να χαρακτηρίσουν τη μετάφραση των συγκεκριμένων ποιημάτων του Τ. Σ. Έλιοτ ως μια επίπονη εργασία ή να προσδώσουν σ’ αυτό το μεταφραστικό έργο τον χαρακτήρα μιας μεγάλης, συστηματικής και πολύπλοκης ενασχόλησης με τις χιλιάδες σελίδες των ακαδημαϊκών και κριτικών αναλύσεων, που ομολογώ πως αναγκάστηκα να συμβουλευτώ, όχι όμως για να τις εγκλείσω στο παραδοθέν έργο, αλλά για να βεβαιώσω πως η δική μου ανάγνωση είναι μια άλλη ανάγνωση, που απευθύνεται σε άλλους αναγνώστες, ογδόντα ένα χρόνια μετά την παράδοση της μετάφρασης της Έρημης Χώρας του Γιώργου Σεφέρη στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό.
  Η μετάφραση της Έρημης Χώρας ήταν κυρίως μια οφειλή προς τον εαυτό μου, μια οφειλή που είχα τολμήσει να υποσχεθώ ως έφηβος στις συνομιλίες μου με τους νεκρούς ποιητές που οδήγησαν μέχρι σήμερα τη γλώσσα μου, αλλά θα κρατήσω κρυμμένα κι εγώ από την πλευρά μου ένα δυο ακόμη στοιχεία που δεν έχω ξοφλήσει και που αν ζήσω θα τα πραγματοποιήσω, αλλιώς θα συνεχίσουν να βρίσκονται σε ημιτελή κατάσταση και σε μορφή σπαραγμάτων δεξιά κι αριστερά.

 


Η ΕΡΗΜΗ ΧΩΡΑ

IV. Θάνατος από πνιγμό

Φλήβας ο Φοίνικας, νεκρός δυο εβδομάδες,
ξέχασε την κραυγή των γλάρων, και το κύμα του πελάγου
και το κέρδος και τη ζημία.
Ένα υποθαλάσσιο ρεύμα
περιμάζεψε τα οστά του με ψίθυρους. Καθώς ανεβοκατέβαινε
πέρασε στάδια της ωριμότητας και της νιότης του
εισερχόμενος στη δίνη.
Εθνικέ ή Εβραίε
ω συ που γυρνάς τον τροχό κι ορτσάρεις στον άνεμο,
αναλογίσου τον Φλήβα, που κάποτε ήταν όμορφος και ψηλός
σαν εσένα.

[Σελ.43]

 


ΤΟ ΕΡΩΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΤΖ. ΆΛΦΡΕΝΤ ΠΡΟΥΦΡΟΚ

Να πω, απόβραδο πέρασε απ’ τα στενά
κι είδα καπνό απ’ τις πίπες ν’ ανεβαίνει
μοναχικών ανδρών με πουκάμισα, γερμένων στα παράθυρα;…

Ένα ζευγάρι θα ήμουν άθλιων δαγκανών
διασχίζοντας βιαστικά τους βυθούς ήσυχων θαλασσών.

[Σελ.63]

 


ΟΙ ΚΟΥΦΙΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Κύριος Κουρτς – πέθανε

Μια δεκάρα για τον γέρο-Γκάι

I

Είμαστε οι κούφιοι άνθρωποι
είμαστε οι παραφουσκωμένοι άνθρωποι
γέροντας μαζί
κάσκες παραγεμισμένες με άχυρο. Αλίμονο!
Οι εξαντλημένες μας φωνές όταν
μαζί ψιθυρίζουνε
είναι βουβές κι άσκοπες
όπως ο αέρας στο ξερό χορτάρι
ή τα πόδια των ποντικών πάνω σε σπασμένα γυαλιά
στο ξηρό μας κελάρι

Μορφή δίχως φόρμα, σκιά δίχως χρώμα,
δύναμη παραλυμένη, χειρονομία δίχως νεύμα˙

Εκείνοι που διέσχισαν,
με το βλέμμα ευθύ, του θανάτου την άλλη Βασιλεία
μας θυμούνται –όπως ήμασταν- όχι σαν χαμένες
λυσσαλέες ψυχές, αλλά μοναχά
σαν τους κούφιους ανθρώπους
του παραφουσκωμένους ανθρώπους.

[Σελ.71]

Εισαγωγή – Μετάφραση – Επίμετρο: Γιάννης Αντιόχου
T.S. Eliot - Έρημη χώρα. Προύφροκ. Οι κούφιοι άνθρωποι – Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2017