Αντώνης Τσόκος | Βρέχει

Φωτογραφία: Jean Pierre Favreau

Όλα τα κορίτσια βούρτσιζαν τα μαλλιά τους με μονόχρωμες βούρτσες. Μονάχα εκείνη, που το όνομά της δεν μπόρεσα ποτέ να διαβάσω ως το τέλος, βαστούσε στα χέρια μια μεταλλική χτένα. Έσκαβε με τα μάτια το φόρεμά της. Έμπαινε απ’ τις κουμπότρυπες. Έβγαινε απ’ το στρίφωμα. Στριμωχνόταν ν’ αντέξει. Αλλά δεν άντεχε. Κι όσο δεν άντεχε τόσο στριμωχνόταν. Κι όσο στριμωχνόταν τόσο ακούγονταν οι βούρτσες να δουλεύουν σαν δαιμονισμένες. Έξω έβρεχε. Η βροχή, μου έλεγε, είναι το πιο άδικο απ’ όλα τα άδικα του κόσμου. Βρέχει ως εκεί που φτάνουν τα μαλλιά της.