Αντώνης Τσόκος | Παρασκευή

© Francesca Woodman

Έρχονταν κι αυτές οι Παρασκευές που δεν ήξερε τι να κάνει τα χέρια της. Τις υπόλοιπες μέρες τα αποθήκευε στα μαλλιά της. Την Παρασκευή τα δάχτυλά της άναβαν σαν σπίρτα. Το ένα μετά το άλλο. Έκαιγαν το μισοσκόταδο του υπνοδωματίου. Η στάχτη έφτανε ως τα μάτια της. Ερείπωνε τα βλέφαρά της. Έβγαινε στο δρόμο με δυο λαμπάδες για χέρια.

Δεν ντρέπεστε να κυνηγάτε το φως στα διυλιστήρια; τη ρωτούσαν οι περαστικοί. Δεν ήξερε τι ν’ απαντήσει. Άρπαζε η σιωπή φωτιά. Έκαιγε τις φωνές τους. Μόνο τα πουλιά ακούγονταν να μπαινοβγαίνουν στα κλουβιά τους.